Κάθε παραμύθι , αν θέλει να χαρακτηρίζετε σαν τέτοιο , πρέπει να ξεκινάει κάπως έτσι :
Μια φορά κι έναν καιρό …
Ο κύριος ΑΜ , δεν ήξερε πολλά , δεν του άρεσαν , δεν του είχαν διαβάσει πολλά όταν έπρεπε , είχε όμως όνειρα πολλά και εφιάλτες , απ’ αυτούς που σαν ξυπνούσε , δεν μπορούσε να καταλάβει αν ήταν κάτι που έζησε και κλείνοντας τα μάτια του το θυμόταν ξανά ή κάτι που ίσως έζησε σε κάποια άλλη ζωή ή αν έστω ήταν κάτι που θα ήθελε πάρα πολύ να ζήσει .
Ένα τέτοιο όνειρο , που εγώ θα το έλεγα «εφιάλτη» , θα μπορούσε να είχε τον τίτλο «οι πτήσεις του μικρού κόκκινου αεροπλάνου» . Πάντα έδινε τίτλους στα όνειρά του , για να μπορεί εύκολα να τα «διαβάζει» στο μυαλό του ή αλήθεια είναι κάθε φορά δίνοντας διαφορετική ερμηνεία .
Αυτό το μικρό κόκκινο αεροπλανάκι , για έναν ανεξήγητο λόγο που δεν κατάφερε κι ο ίδιος να μου εξηγήσει , είχε την δυνατότητα , να πετάει κάτω από όλες τις συνθήκες και μάλιστα αυθαιρετώντας και γράφοντας στα παλιά του τα λάστιχα , όλους τους νόμους της φυσικής ! Πλανάριζε προς όλες τις κατευθύνσεις , έκανε απίθανες βουτιές από πολύ ψηλά όταν ο οδηγός του , που δεν ήταν άλλος από τον Κύριο ΑΜ , εντόπιζε κάτι στο έδαφος που έπρεπε να το περιεργαστεί από πολύ κοντά , είχε την δυνατότητα να σκίζει κάθετα τον ουρανό , που πάντα ήταν γαλάζιος και χωρίς σύννεφα και να ανεβαίνει πολύ ψηλά , τόσο ώστε τα πάντα κάτω στην γη να φαίνονται κουκίδες και τόσο ώστε οι βουτιές που θα ακολουθούσαν να είναι ακόμα πιο θεαματικές . Πολλές φορές , ο Κύριος ΑΜ , επιδέξιος πιλότος και χωρίς καμία πτώση ή προσγείωση εκτάκτου ανάγκης , πέταγε το μικρό του κόκκινο αεροπλανάκι τόσο χαμηλά , που έμοιαζε με εκείνα τα μικροσκοπικά αθώα καλοκαιρινά έντομα που στριφογυρνάνε γύρω από τις καυτές λάμπες χωρίς να κάνουν το παραμικρό βούισμα ναι , μπορούσε να πετύχει και αυτό , πέταγε χωρίς να κάνει καν κανένα θόρυβο . Οποτε ήθελε , μπορούσε να γίνει αθόρυβος και να κατασκοπεύσει τους πάντες και τα πάντα χωρίς να ενοχλεί κανέναν , με την ησυχία του όσο ήθελε , μέχρι να χρειαστεί να ξαναπάρει ύψος και να πλανάρει με άνεση όση ώρα ήθελε . Είχε κι άλλο ένα χαρακτηριστικό προσόν αυτό το μικρό κόκκινο αεροπλανάκι του Κυρίου ΑΜ , που το έκανε αξεπέραστο και μοναδικό . Εγώ τουλάχιστον δεν γνωρίζω αν υπάρχει άλλο μηχανικό κατασκεύασμα ανθρώπου μ’ αυτό το χαρακτηριστικό . Μπορούσε να πετάει και ανάποδα ! Μην γελάτε , όταν λέω ανάποδα , εννοώ , ανάποδα στον χρόνο . Να πηγαίνει προς τα πίσω , να απογειώνετε στο «τώρα» , να πετάει στο «πριν» και στο «τότε» και να επιστρέφει , κατάκοπο είναι η αλήθεια , στο «τώρα» , στο σήμερα !
Εκείνο το βράδυ λοιπόν , το μικρό κόκκινο αεροπλανάκι , από μια πλημυρισμένο από μια περίεργη νοσταλγική διάθεση , πέταξε προς τα πίσω , στο χρόνο . Πέταγε ώρες πολλές , πλανάριζε σε άγνωστους τόπους , χωρίς να έχει καμία συγκεκριμένη κατεύθυνση . Πήγαινε στο πουθενά , βοηθούντος του ανέμου , που εκείνο το βράδυ έτσι όπως ήταν ζεστός , το βόηθαγε , να κερδίζει εύκολα ύψος όταν η περιέργειά του κυρίου ΑΜ , το έφερνε πολύ χαμηλά . Του άρεσε πολύ εκείνη η πτήση του κυρίου ΑΜ γιατί κυρίως δεν υπήρχε αυτό που λένε «σχέδιο πτήσης» . Αυτή η ύπαρξη του μη σχεδίου , τον συνέπαιρνε κι ας έκρυβε κινδύνους . Μια ανώμαλη πτώση , όσο ικανός και να ήταν , είναι πάντα μες στο πρόγραμμα . Πρέπει να είσαι πάντα προετοιμασμένος κι αυτός δεν ήταν πάντα . Είχε προσέξει , πως όταν ο ζεστός άνεμος τον έφερνε πολύ ψηλά , οι αποστάσεις μίκραιναν . Το εκμεταλλεύτηκε εκείνο το βράδυ κι έτσι κατευθύνοντας το μικρό του αεροπλανάκι δυτικά , κέρδιζε χρόνο και φως , πράγμα που είχε σαν αποτέλεσμα να κερδίζει διπλά . Μία φορά κερδισμένος γιατί ξεκίνησε βράδυ και είχε μπροστά του το φως και άλλη μία γιατί αυτό τον βόηθαγε να ταξιδεύει πίσω στον χρόνο γρηγορότερα .
Ηταν τόσο όμορφη η πτήση εκείνο το βράδυ , που έφερε γύρα τον πλανήτη πολλές φορές . Πόσο όμορφος ήταν από ψηλά , δεν ήθελε με τίποτα να τερματισθεί αυτό το ταξίδι . Απορούσε και οργιζόταν , έτσι κοιτάζοντας από ψηλά , με όλους αυτούς που η απληστία και η ανοησία τους , οδηγούσε αυτή την μικρή γαλάζια «μπάλα» στην καταστροφή και στον αφανισμό .
Από τις λίγες γνώσεις του στην γεωγραφία , ο Κύριος ΑΜ , σύντομα κατάλαβε , πως ο τόπος πάνω από τον οποίο βρισκόταν , ήταν η Αμερική . Αρχικά το κατάλαβε από το γνώριμο σχήμα της ηπείρου που κάτι του θύμιζε αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί , στη συνέχεια θυμήθηκε την τεράστια διώρυγα που την χώριζε στα δύο και που από ψηλά φαινόταν σαν μια μικρή μπλε χαρακιά . Κοντοστάθηκε με τον τρόπο που ήξερε και διάλεξε πορεία προς το βορρά . Περιπλανήθηκε ώρες πάνω από κίτρινες ερήμους , από μεγαλουπόλεις , πάνω από βουνά που δεν είχε ξαναδεί , πάνω από αχανείς εκτάσεις καλλιεργημένες , πάνω από ποτάμια και λίμνες , όμορφος τόπος του φάνηκε . Τεράστια χώρα , μεγάλος τόπος , πολλές ώρες ταξίδι .
Από ψηλά φαινόταν σαν μια μικρή πέτρα , σαν ένα βότσαλο , μοναχικό , στην κίτρινη άμμο , μόνο που δεν υπήρχε εκεί κοντά θάλασσα , ούτε καν που φαινόταν το μπλέ της στην άκρη του ορίζοντα . Έγειρε κι ένοιωσε τον καυτό αέρα να του καίει το μέτωπο . Ετσι ή κάπως έτσι πρέπει να ένοιωθαν κι «αυτοί» , σκέφτηκε πολύ αργότερα .
Ναι , το παραμύθι , το όνειρο που έμελε να γίνει εφιάλτης , πρέπει να τελειώσει ΕΔΩ !
Ένα φανταστικό ταξίδι , σε μια χώρα μακρινή , όπου θα επιχειρούσα να αποτίσω φόρο τιμής στον νεκρό ΕΡΓΑΤΗ – ΗΡΩΑ , Ηλία Σπαντιδάκη , που όταν στα 1906 άφηνε το Ρέθυμνο για να βρεθεί στις ΗΠΑ , δεν φανταζόταν ότι θα έδινε την ζωή του για αιτήματα που σήμερα είναι πάλι στην επικαιρότητα (8 ώρες δουλειάς –ασφάλιση κλπ) και το σώμα του θα έπεφτε άψυχο , από τις σφαίρες των μισθοφόρων του Ροκφέλερ πρέπει μάλλον να τερματιστεί εδώ !
Η ίδια ιστορία επαναλαμβάνετε ακόμα και σήμερα , πως θα μπορούσε άλλωστε να μην γίνει , αφού οι αιτίες που την δημιούργησαν , δεν λείπουν .
ΗΛΙΑΣ ΣΠΑΝΤΙΔΑΚΗΣ (ΛΟΥΗΣ ΤΙΚΑΣ)
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΚΟΥΝΕΒΑ
ΑΠΟΛΥΜΕΝΗ ΕΡΓΑΤΡΙΑ από …
Κι από …
Κι από …
Νεκρός σε «ατύχημα» εργάτης …
Κι’ άλλος νεκρός …
Κι’ άλλος νεκρός …
Εκατοντάδες , χιλιάδες …αμέτρητοι στον βωμό των κερδών του Ροκφέλερ και κάθε σύγχρονου ντόπιου ή ξένου Ροκφέλερ .
Το «κείμενο» αυτό ξεκίνησε να γράφετε , πριν από 2 μήνες περίπου . Οι δυνατότητες του γράφοντος , στο να γράφει όμορφα κείμενα , είναι περιορισμένες , αλλά κι αυτές οι ελάχιστες , πήγαν «περίπατο» , μετά τα όσα τραγικά συμβαίνουν .
Αναρωτιέμαι , αν η θέση μου , πρέπει να είναι εδώ , σε μια καρέκλα , μπροστά από μια οθόνη ή κάπου έξω . Την ξέρω την απάντηση …
