Για τον Φώτη Κόντογλου , δεν είχα ακούσει ποτέ τίποτε , μέχρι που μου μίλησε γι’ αυτόν ο αγαπημένος Φίλος Β.Φ. , που νωρίτερα είχε μυηθεί στην τέχνη της αγιογραφίας και με «οδηγό» τον Φώτη Κόντογλου , είχε καταφέρει να κάνει τα δικά του βήματα , πέρα από τα όρια της αγιογραφίας , όπως την γνωρίζουμε εμείς , με πολύ μεγάλη επιτυχία .
Χρόνια πολλά μετά , μια ιδιοτροπία μου , έφερε στα χέρια μου ένα μικρό βιβλιαράκι του . Έχουν περάσει από τότε επτά χρόνια . Το θεωρούσα χαμένο ή για να είμαι ακριβής , πίστευα πως το είχα χαρίσει σε κάποιον φίλο , συνήθεια πολύ αγαπημένη , μα η τελευταία μου μετακόμιση , το έφερε πάλι κοντά μου .
‘Ένα σύντομο ξεφύλλισμα , μου θύμισε πολλά . Από την με μολύβι , σημειωμένη τιμή (3,01 ευρώ !) , μέχρι τους σημειωμένους στίχους στο οπισθόφυλλο από ένα αγαπημένο δημοτικό τραγούδι . Μα στάθηκα σ’ αυτό το σύντομο του αφήγημα , που με είχε συγκινήσει πολύ όταν το πρωτοδιάβασα και που για κάποιους λόγους σήμερα το θεωρώ απόλυτα επίκαιρο .
Η σεμνότητα , μια αρετή που λοιδορήθηκε τόσο πολύ στις μέρες μας και στο τέλος χάθηκε , ξεχείλιζε από τον Φ.Κ. κι αυτό είναι ευδιάκριτο και στα γραπτά του . Διατηρώ τις ενστάσεις μου στα ζητήματα που έχουν να κάνουν με την θρησκευτική πίστη , μα δεν μπορώ να μην αναγνωρίσω στον Φ.Κ. , την μεγαλοσύνη του γνήσια πνευματικού , που δυστυχώς λείπει στις μέρες μας , ενώ αντίθετα , περισσεύει το «δήθεν» , ο εγωισμός , το life style , η αυτοπροβολή φαιδρών και μη δραστηριοτήτων , η εκ του «τήλοθι» και εκ του ασφαλούς κριτική επί παντός επιστητού και τόσα άλλα .
______________________________________________________
Γιάννης ο Βλογημένος
Ο άγιος Βασίλης , σαν περάσανε τα Χριστούγεννα , πήρε το ραβδί του και γύριζε σ’ όλα τα χωριά , να δει ποιος θα τον γιορτάσει με καθαρή καρδιά . Πέρασε από λογιών-λογιών πολιτείες κι από κεφαλοχώρια , μα σ’ όποια πόρτα κι αν χτύπησε δεν τα’ ανοίξανε , επειδή τον πήρανε για διακονιάρη*. Κ’ έφευγε πικραμένος , γιατι ο ίδιος δεν είχε ανάγκη από τους ανθρώπους , μα ένοιωθε το πόσο θα πονούσε η καρδιά κανενός φτωχού από την απονιά που του δείξανε κείνοι οι άνθρωποι.
Μια μέρα έφευγε από ένα τέτοιο άσπλαχνο χωριό και πέρασε από το νεκροταφείο, κ’ είδε τα κιβούρια* πως είτανε ρημαγμένα , οι ταφόπετρες σπασμένες κι αναποδογυρισμένες , και τα νιόσκαφτα μνήματα είτανε σκαλισμένα από τα τσακάλια . Σαν άγιος που είτανε άκουσε πως μιλούσανε οι πεθαμένοι και λέγανε : ‘’ Τον καιρό που είμαστε στον απάνω κόσμο , δουλέψαμε , βασανιστήκαμε , κι αφήσαμε πίσω μας παιδιά κ’ εγγόνια να μας ανάβουνε κανένα κερί , να μας καίγουνε λίγο λιβάνι , μα δεν βλέπουμε τίποτα , μήτε παπά στο κεφάλι μας να μας διαβάσει παραστάσιμο* , μήτε κόλυβα , παρά σαν να μηναφήσαμε πίσω μας κανέναν’’. Κι ο άγιος Βασίλης πάλι στεναχωρήθηκε κ’ είπε :’’Τούτοι οι χωριάτες ούτε σε ζωντανό δεν δίνουνε βοήθεια , ούτε σε πεθαμένον ‘’, και βγήκε από το νεκροταφείο , και περπατούσε ολομόναχος μέσα στα παγωμένα χιόνια .
Παραμονή της πρωτοχρονιάς έφταξε σε κάτι χωριά που είτανε τα πιο φτωχά ανάμεσα στα φτωχοχώρια , στα μέρη της Ελλάδας . Ο παγωμένος αγέρας βογκούσε ανάμεσα στα χαμόδεντρα και στα βράχια , ψυχή ζωντανή δεν φαινότανε , νύχτα πίσσα! Είδε μπροστά του μια ραχούλα , κι από κάτω της είτανε μια στρούγκα* τρυπωμένη . Ο άγιος Βασίλης μπήκε στη στάνη και χτύπησε με το ραβδί του την πόρτα της καλύβας και φώναξε :’’ Ελεήστε με , τον φτωχό , για την ψυχή των αποθαμένων σας κι ο Χριστός μας διακόνεψε σε τούτον τον κόσμο!’’. Τα σκυλιά ξυπνήσανε και χυθήκανε απάνω του , μα σαν πήγανε κοντά του και τον μυριστήκανε , πιάσανε και κουνούσανε τις ουρές τους , και πλαγιάζανε στα ποδάρια του και γρούζανε* παρακαλεστικά και χαρούμενα . Απάνω σ’ αυτά , άνοιξε η πόρτα και βγήκε ένας τσοπάνης , ως εικοσιπέντε χρονών παλληκάρι , με μαύρα στριφτά γένια , ο Γιάννης ο Μπαρμπάκος , άνθρωπος αθώος κι απελέκητος , προβατάνθρωπος , και πριν καλοιδεί ποιος χτύπησε , είπε :’’ Έλα , έλα μέσα . Καλή χρονιά!’’. Μέσα στο καλύβι έφεγγε ένα λυχνάρι , κρεμασμένο από πάνω από μια κούνια , που είτανε δεμένη σε δυό παλούκια . Δίπλα στο τζάκι είτανε τα στρωσίδια τους και κοιμότανε η γυναίκα του Γιάννη . Αυτός , σαν εμπήκε μέσα ο άγιος Βασίλης , κ’ είδε πως είτανε γέρος σεβάσμιος , πήρε το χέρι του και τα’ ανεσπάσθηκε* κ’ είπε : ‘’ Νάχω την ευχή σου , γέροντα’’, και το ‘λεγε σαν να τον γνώριζε από πρωτύτερα , σα να ‘τανε πατέρας του . Και εκείνος του είπε : ‘’ Βλογημένος να ‘ σαι , εσύ κι όλο το σπιτικό σου , και τα πρόβατά σου , η ειρήνη του Θεού να ‘ναι απάνω σας!’’. Σηκώθηκε κ’ η γυναίκα και πήγε και προσκύνησε* και κείνη τον γέροντα και φίλησε το χέρι του και τη βλόγησε . Κι ο άγιος Βασίλης είτανε σαν καλόγερος ζητιάνος , με μια σκούφια παλιά στο κεφάλι του , και τα ράσα του είτανε τριμμένα και μπαλωμένα και τα τσαρούχια του τρύπια , κ’ είχε και ένα παλιοτάγαρο αδειανό . Ο Για΄νηης ο Βλογημένος έβαλε ξύλα στο τζάκι . Και παρευθύς , φεγγοβόλησε το καλύβι και φάνηκε σαν παλάτι . και φανήκανε τα δοκάρια , σα να ‘τανε μαλαμοκαπνισμένα* , κ’ οι πητιές που είτανε κρεμασμένες φανήκανε σαν καντήλια , κ’ οι καρδάρες και τα τυροβόλια* και τα’ άλλα σύνεργα που τυροκομούσε ο Γιάννης , γινήκανε σαν ασημένια και σαν πλουμισμένα με διαμαντόπετρες φανήκανε . Και τα’ άλλα , τα φτωχά τα πράγματα που ‘χε μέσα στο καλύβι του ο Γιάννης ο Βλογημένος . Και τα ξύλα που καιγόντανε στο τζάκι τρίζανε και λαλούσανε σαν τα πουλιά που λαλούνε στον παράδεισο , και βγάζανε κάποια ευωδία πάντερπνη .
Τον άγιο Βασίλη τον βάλανε κ’ έκατσε κοντά στη φωτιά κ’ η γυναίκα του ‘θεσε μαξιλάρια ν’ ακουμπήσει . Κι ο γέροντας ξεπέρασε το ταγάρι του από το λαιμό του και το ‘βαλε κοντά του , κ’ έβγαλε και το παλιοράσό του κι απόμεινε με το ζωστικό του . Κι ο Γιάννης ο Βλογημένος πήγε κι άρμεξε τα πρόβατα μαζί με τον παραγυιό του , κ’ έβγαλε μέσα στην κοφινίδα* τα νιογέννητα τα’ αρνιά , κ’ ύστερα χώρισε τις ετοιμόγεννες προβατίνες και τις κράτησε στο μαντρί , κι ο παραγυιός τα ‘ βγαλε τα’ άλλα στη βοσκή . Λιγοστά είτανε τα ζωντανά του , φτωχός είτανε ο Γιάννης , μα είτανε Βλογημένος . Κ’ είχε μια χαρά μεγάλη , σε κάθε ώρα , μέρα και νύχτα , γιατί είτανε καλός άνθρωπος κ’ είχε και καλή γυναίκα , κι όποιος λάχαινε να περάσει από την καλύβα τους , σαν να ‘τανε αδελφός τους , τον περιποιόντανε . Για τούτο κι ο άγιος Βασίλης κόνεψε* στο σπίτι τους , και κάθησε μέσα , σα να ‘τανε δικό του σπίτι και βλόγησε τα θεμέλια του . Κείνη τη νύχτα τον περιμένανε όλες οι πολιτείες και τα χωριά της Οικουμένης , οι αρχόντοι , οι δεσποτάδες κ’ οι επίσημοι άνθρωποι , μα εκείνος δεν πήγε σε κανέναν , παρά πήγε και κόνεψε στο καλύβι του Γιάννη του Βλογημένου .
Το λοιπόν , σαν σκαρίσανε* τα πρόβατα , μπήκε μέσα ο Γιάννης και λέγει στον άγιο: ‘’Γέροντα έχω χαρά μεγάλη . Θέλω να μας διαβάσεις τα γράμματα τα’ Αη-Βασίλη . Εγώ είμαι άνθρωπος αγράμματος , μα αγαπώ τα γράμματα της θρησκείας μας . Έχω και μια φυλλάδα από έναν γούμενο αγιονορίτη , κι όποτε τύχει να περάσει κανένας γραμματιζούμενος , τον βάζω και μου διαβάζει από μέσα τη φυλλάδα , γιατί δεν έχουμε κοντά μας εκκλησία ‘’.
Έπιασε και θαμπόφεγγε κατά το μέρος της ανατολής . Ο άγιος Βασίλης σηκώθηκε και στάθηκε κατά την ανατολή κ’ έκανε το σταυρό του , ύστερα έσκυψε και πήρε μια φυλλάδα από το ταγάρι του , κ’ είπε : ‘’ Ευλογητός ο θεός ημών πάντοτε , νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων’’. Κι ο Γιάννης ο Βλογημένος πήγε και στάθηκε από πίσω του , κ’ η γυναίκα βύζαξε το μωρό και πήγε κείνη και στάθηκε κοντά του , με σταυρωμένα χέρια . Κι ο άγιος Βασίλης είπε το ‘’θεός Κύριος’’ και τα’ απολυτίκιο της περιτομής ‘’Μορφήν αναλλοιώτως ανθρωπίνην προσέλαβες ‘’ , δίχως να πει και το δικό του απολυτίκιο που λέγει ‘’ Εις πάσαν την γην εξήλθε ο φθόγγος σου’’. Η φωνή του είτανε γλυκιά και ταπεινή , κι ο Γιάννης κ’ η γυναίκα του νοιώθανε μεγάλη κατάνυξη , κι ας μην καταλαβαίνανε τα γράμματα . Κ’ είπε ο άγιος Βασίλης τον Όρθρο και τον Κανόνα της Εορτής : ‘’ Δεύτε λαοί άσωμεν ‘ασμα Χριστώ τω θεώ’’ , χωρίς να πει τον δικό του κανόνα που λέγει ‘’ Σου την φωνήν έδει παρείναι , Βασίλειε’’. Κ’ ύστερα είπε όλη την λειτουργία κ’ έκανε απόλυση και τους βλόγησε . Και σαν καθήσανε στο τραπέζι και φάγανε κι αποφάγανε , ‘εφερε η γυναίκα τη βασιλόπητα και την έβαλε απάνω στο σοφρά . Κι ο άγιος Βασίλης πήρε το μαχαίρι και σταύρωσε τη βασιλόπητα , κ’ είπε :’’ Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος ’’ κ’ έκοψε το πρώτο το κομμάτι κ’ είπε ‘’του Χριστού’’ κ’ ύστερα είπε ‘’της Παναγίας’’ , κ’ ύστερα είπε ‘’του νοικοκύρη Γιάννη του Βλογημένου’’ . Του λέει ο Γιάννης : ‘’Γέροντα ξέχασες τον αη-Βασίλη!’’. Του λέγει ο άγιος: ‘’Ναι , καλά !’’. κ’ ύστερα λέγει :’’Του δούλου του Θεού Βασιλείου’’. Κ’ ύστερα λέγει πάλι : ‘’ Του νοικοκύρη’’, ‘’της νοικοκυράς’’ , ‘’του παραγυιού’’ , ‘’των ζωντανών’’, ‘’των φτωχών’’ . Τότε λέγει στον άγιο ο Γιάννης ο βλογημένος : ‘’ Γέροντα , γιατί δεν έκοψες για την αγιωσύνη σου ;’’ Του λέγει ο άγιος : ‘’ ‘Εκοψα Βλογημένε!’’. Μα .ο Γιάννης δεν κατάλαβε τίποτα , ο μακάριος . Κ’ ύστερα , σηκώθηκε όρθιος ο άγιος Βασίλης κ’ είπε την ευχή του : ‘’Κύριε ο θεός μου , οίδα ότι ουκ ειμί άξιος , ουδέ ικανός , ίνα υπό την στέγην εισέλθης του οίκου της ψυχής μου’’. Κ’ είπε ο Γιάννης ο Βλογημένος : ‘’πες μου , γέροντα , που ξέρεις γράμματα , σε ποια παλάτια άραγες πήγε σαν απόψε ο άγιος Βασίλης ; Οι αρχόντοι κ’οι βασιλήαδες τι αμαρτίες να ‘χουνε ; Εμείς οι φτωχοί είμαστεν αμαρτωλοί , επειδής η φτώχεια μας κάνει να κολαζόμαστε ‘’. Κι ο άγιος Βασίλης δάκρυσε κ’ είπε πάλι την ευχή , αλλοιώτικα : ‘’ Κύριε , ο Θεός μου , οίδα ότι ο δούλος σου ιωάννης ο απλούς έστιν άξιος και ικανός ίνα υπό την στέγην του εισέλθης . Ότι νήπιος υπάρχει και τα μυστήρια Σου τοις νηπίοις αποκαλύπτεται.’’ Και πάλι δεν κατάλαβε τίποτα ο Γιάννης ο μακάριος , ο Γιάννης ο Βλογημένος …
_____________________________________________________________________
Σημειώσεις :