Κυριακή

Οι πόλεις και το όνομα - Italo Calvino

Collen Corradi Brannigan
Η Κλαρίσα , η ένδοξη πόλη, έχει μια βασανισμένη ιστορία. Παρήκμασε και ξανάνθισε πολλές φορές, κρατώντας πάντα την πρώτη Κλαρίσα ως απαράμιλλο πρότυπο λάμψης, σε σύγκριση με το οποίο η παρούσα κατάσταση της πόλης δεν παύει να προκαλεί νέους αναστεναγμούς κάθε που γυρίζουν τ' άστρα.
Στους αιώνες της υποβάθμισης, η πόλη, ερημωμένη από τους λοιμούς, χαμηλωμένη από την κατάρρευση ζευκτών και αετωμάτων και τις κατολισθήσεις του εδάφους, σκουριασμένη και μπουκωμένη από αμέλεια ή επειδή οι υπεύθυνοι για τη συντήρηση πήγαν διακοπές, άρχισε να ξαναγεμίζει αργά από τις ορδές όσων επιβίωσαν, ορδές που αναδύθηκαν μέσα από υπόγεια και τρύπες και όπως τα ποντίκια έκαναν σαν μανιακοί για να ψαχουλέψουν και να ροκανίσουν και να συλλέξουν και να αποθηκεύσουν, σαν πουλιά που χτίζουν την φωλιά τους. Έπεφταν πάνω σε οτιδήποτε μπορούσε να αφαιρεθεί από κάπου και να τοποθετηθεί σε ένα άλλο μέρος για να χρησιμεύσει σε κάτι άλλο: οι κουρτίνες από μπροκάρ κατέληγαν να γίνουν σεντόνια, στις μαρμάρινες τεφροδόχους υδρίες φύτευαν βασιλικό, τα κάγκελα που αφαιρούνταν από τα παράθυρα του κάθε γυναικωνίτη χρησίμευαν για το ψήσιμο γατίσιου κρέατος πάνω σε φωτιές από ωραία, σκαλισμένα ξύλα. Στημένη από παράταιρα κομμάτια μιας άχρηστης πλέον Κλαρίσας, άρχισε να παίρνει μορφή η Κλαρίσα της επιβίωσης, μια πόλη γεμάτη τρώγλες και φτωχοκάλυβα, μολυσμένους οχετούς, κλουβιά για κουνέλια. Κι όμως, από την παλιά λάμψη της Κλαρίσας δεν είχε χαθεί σχεδόν τίποτα, όλα ήταν εκεί, τοποθετημένα απλώς με διαφορετική τάξη, προσαρμοσμένη όπως και πριν στις ανάγκες των κατοίκων. 
Τις εποχές της ένδειας ακολουθούσαν εποχές πιο χαρούμενες: μια Κλαρίσα μεγαλοπρεπής πεταλούδα έβγαινε από το κουκούλι μιας Κλαρίσας άθλιας χρυσαλλίδας, η νέα αφθονία έκανε την πόλη να ξεχειλίζει από καινούργια υλικά κτήρια αντικείμενα, νέοι πληθυσμοί συνέρρεαν από άλλα μέρη, τίποτα και κανείς δεν είχε πλέον σχέση με την Κλαρίσα ή τις προηγούμενες Κλαρίσες, και όσο περισσότερο η νέα πόλη κατακτούσε θριαμβευτικά τον τόπο και το όνομα της πρώτης Κλαρίσας, τόσο περισσότερο αντιλαμβανόταν πως απομακρύνονταν από αυτή, πως την κατέστρεφε το ίδιο γρήγορα με τα ποντίκια και τη μούχλα: παρά την περηφάνια που ένιωθε για τη νέα χλιδή, στο βάθος της καρδιάς της ένιωθε ξένη, ασυνεπής, σφετερίστρια.
Να λοιπόν που όσα υπολείμματα της πρώτης λάμψης είχαν σωθεί προσαρμοζόμενα σε πιο σκοτεινές ανάγκες, τώρα γίνονταν αντικείμενα νέων μετακινήσεων: τα φύλαγαν σε γυάλινες βιτρίνες, τα έκλειναν σε προθήκες, τα απόθεταν πάνω σε βελουδένια μαξιλάρια, και όχι πλέον επειδή μπορούσαν να φανούν ακόμα χρήσιμα αλλά γιατί μέσω αυτών ήθελαν να ανασυνθέσουν μια πόλη για την οποία κανείς πια δεν ήξερε τίποτα.
Η Κλαρίσα γνώρισε και άλλες παρακμές, και άλλες ακμές. Οι πληθυσμοί και τα ήθη άλλαξαν πολλές φορές, παραμένουν το όνομα, η τοποθεσία, και όσα αντικείμενα καταστρέφονται πιο δύσκολα. Κάθε νέα Κλαρίσα, συμπαγής σαν ένα ζωντανό σώμα με τις μυρωδιές και την ανάσα του, επιδεικνύει σαν να ήταν κόσμημα ό, τι απομένει από τις αρχαίες αποσπασματικές και νεκρές Κλαρίσες. Κανείς δεν ξέρει πότε ακριβώς τα κορινθιακά κιονόκρανα βρίσκονταν στην κορυφή των κιόνων τους: το μόνο που κάποιοι θυμούνται είναι ότι ένα από αυτά, για πολλά χρόνια, στήριζε σε ένα κοτέτσι το καλάθι μέσα στο οποίο οι κότες έκαναν τα αυγά τους, και ότι αυτό το κοτέτσι πέρασε κατευθείαν στο Μουσείο των Κιονόκρανων, στη σειρά με τα άλλα δείγματα της συλλογής. Η σειρά διαδοχής των εποχών είχε χαθεί, το ότι είχε υπάρξει μια πρώτη Κλαρίσα, αυτό αποτελεί μια ευρύτατα διαδεδομένη πεποίθηση αλλά δεν υπάρχουν στοιχεία που να το αποδεικνύουν, τα κιονόκρανα θα μπορούσαν να υπήρχαν πρώτα στα κοτέτσια και μετά στους ναούς, οι μαρμάρινες υδρίες να φυτεύονταν πρώτα με βασιλικό και μετά να γέμιζαν με τα οστά των νεκρών. Το μόνο που ξέρουμε σίγουρα είναι το εξής: ένας συγκεκριμένος αριθμός αντικειμένων μετατοπίζεται σε έναν συγκεκριμένο χώρο που άλλοτε κατακλύζεται από μια ποσότητα νέων αντικειμένων και άλλοτε αυτοαναλίσκεται χωρίς τελειωμό, ο κανόνας είναι να τα ανακατεύει κανείς κάθε φορά και να προσπαθεί να τα ξανατοποθετήσει το ένα δίπλα στο άλλο. Ίσως απλώς η Κλαρίσα να υπήρξε πάντα ο τόπος στον οποίο συνήθιζαν να μετακινούν παράταιρες, άχρηστες παλιατσαρίες.

από τις Αόρατες Πόλεις του Italo Calvino/ μετ. Ανταίου Χρυσοστομίδη/Καστανιώτης

Δεν υπάρχουν σχόλια: