Δευτέρα

Αν θέλεις να ανατρέψεις το "όνειρο" , ψάξε να βρεις την αλήθεια που κρύβεται πίσω από αυτό .

Αν θέλεις να ανατρέψεις το "όνειρο" , ψάξε να βρεις την αλήθεια που κρύβεται πίσω από αυτό .




Ο John L. Spivak  γεννήθηκε το καλοκαίρι του 1897 στις Ε.Π. της Αμερικής και πέ
θανε  το 1981 . Όντας κομμουνιστής , σαν δημοσιογράφος και συγγραφέας , ασχολήθηκε και έγραψε για τα  προβλήματα της Εργατικής Τάξης , τον ρατσισμό , και την  εξάπλωση του φασισμού και του αντισημιτισμού στην  Ευρώπη και τις Ενωμένες Πολιτείες . Για λόγους που είχαν καθαρά να κάνουν με την ασφάλεια του , αφού το Κράτος είχε επιδοθεί σε  ένα ανελέητο κυνήγι μαγισσών ( FBI) , την περίοδο από το 1950 μέχρι το 1960 , έγραφε χρησιμοποιώντας ψευδώνυμο . Τα περισσότερα του γραπτά , χρονολογούνται από το 1920 μέχρι το 1930 . Στο σημερινό μου σημείωμα , θα μεταφέρω το διήγημα του με τίτλο "Γράμμα στον Πρόεδρο Ρούζβελτ"  , που γράφτηκε το 1934 .Το διήγημα , περιλαμβάνεται στην έκδοση της "Σύγχρονης Εποχής" με τίτλο "Αμερικανική Προλεταριακή Λογοτεχνία" το 1986  . Η μετάφραση αλλά και η λογοτεχνική επιμέλεια , ανήκει στον Νίκο Σαραντάκο .

Αγαπητέ Κύριε Πρόεδρε :
Δεν νομίζω ότι αυτό το γράμμα θα φτάσει ποτέ σε σας , αλλά σας γράφω για να κρατήσω μια υπόσχεση που έδωσα σε μια δεκαπεντάχρονη Μεξικάνα . Ήθελε να σας γράψει γιατί είχε ακούσει ότι βοηθάτε τους φτωχούς εργάτες . Δεν έγραψε γιατί δεν είχε τρία σέντς για γραμματόσημο και γιατί δεν πήγε ποτέ σχολείο για να μάθει να γράφει . Οι παλιότερες αναμνήσεις της είναι από περιπλανήσεις πάνω σε ένα παλιό Ford που έτριζε κι αγκομαχούσε , από χωράφι λαχανικών σε περιβόλι φρούτων και από περιβόλι φρούτων σε χωράφι λαχανικών και δεν μπορείς να πας στο σχολείο αν ο πατέρας σου σε χρειάζεται να δουλεύεις στα χωράφια μόλις γίνεις εφτά χρονών . 

Δεν μπορώ να σας δώσω το όνομά της γιατί όταν της είπα ότι θα έγραφα για λογαριασμό της , φοβήθηκε και με παρακάλεσε να μην αναφέρω το όνομά της . Φοβήθηκε μήπως γράψετε στο αφεντικό της και η οικογένειά της χάσει το προνόμιο να δουλεύει στα χωράφια όλη τη μέρα για τριανταπέντε σέντς . Είπε ότι δεν πειράζει , γι αυτό θα σας πω πως να την βρείτε . Ακολουθήστε την εθνική οδό από το Φρέσνο της Καλιφόρνια ως την Μεντότα που βρίσκετε  κάπου πενήντα χιλιόμετρα μακριά και στρίψτε δυτικά στη Μεντότα επί έξη χιλιόμετρα περίπου . Δεν  μπορείτε να χάσετε τον δρόμο  γιατί θα δείτε μια μεγάλη πινακίδα που λέει : "Χώρα του γάλατος και του μελιού". Όταν περάσετε από αυτήν την πινακίδα , θα δείτε στον 

ορίζοντα μερικά σπίτια και όταν φτάσετε στην ταμπέλα "Αγρόκτημα Χότσκις : Ζητούνται εργάτες για το μάζεμα του βαμβακιού" , στρίψτε στο διπλανό δρόμο λίγες εκατοντάδες μέτρα ύστερα απ' το άνετο αγροτόσπιτο με τις αποθήκες του και τα υπόστεγα για το βαμβάκι . Υπάρχει μια σειρά από παράσπιτα κατά μήκος του δρόμου . Εκεί μένουν οι μετανάστες εργάτες και το μικρό αυτό κορίτσι Κύριε πρόεδρε .  Υπάρχουν δύο ακόμα παράσπιτα λίγο πιο πέρα απ' αυτά κι εκείνα που χρησιμοποιούνται πραγματικά ως παράσπιτα . Μπορείτε να το καταλάβετε από τη μυρωδιά και τα σμήνη από μύγες που πετούν πάνω από αυτά τα δύο ιδιαίτερα . Αυτός είναι ένας τυπικός καταυλισμός περιπλανώμενων εργατών , μόνο που μερικοί έχουν πέντε παράσπιτα για τους εργάτες και μερικοί έχουν τριάντα . Εξαρτάται από το μέγεθος του αγροκτήματος . Θα μπορέσετε να αναγνωρίσετε έναν καταυλισμό μεταναστών εργατών γιατί κάθε παράσπιτο - "σπίτια" τα λένε εδώ - είναι φτιαγμένο από απλάνιστες ξύλινες σανίδες , ξεραμένες από χρόνια στον τροπικό ήλιο .
Η κοπελίτσα μένει στο τρίτο σπίτι από το μπροστινό μέρος καθώς πλησιάζετε . Δεν μπορείτε να μην το βρείτε . Έχει μια μεγάλη ταμπέλα που γράφει : ΟΣΤΡΑΚΙΑ . Αλλά μην ανησυχείτε γι' αυτό , γιατί οι υγειονομικές υπηρεσίες εδώ δεν ανησυχούν . Απλώς κάρφωσαν την ταμπέλα στην πόρτα του παράσπιτου και σ' εκείνο εκεί κάτω κοντά στο τέλος της σειράς κι έφυγαν . Δεν είπαν σε κανέναν να προσέχει για κάποια μεταδοτική ασθένεια γιατί αυτό μπορεί να έβαζε σε καραντίνα τον καταυλισμό και όλη η σοδειά θα χανόταν για τον αγρότη , γιατί όλοι οι εργάτες που μαζεύουν βαμβάκι και τα παιδιά τους πέρασαν από εκείνο το παράσπιτο . Δεν φαντάζομαι όμως ότι είναι πολύ επικίνδυνο , γιατί μόνο δύο άλλα παιδιά κόλλησαν . Αν ήταν επικίνδυνο  , είμαι σίγουρος ότι οι υγειονομικές αρχές θα τους προειδοποιούσαν . Σ' αυτό το παράσπιτο όπου ένα μωρό κοριτσάκι έχει οστρακιά , θα βρείτε ένα σιδερένιο κρεβάτι .Εκεί κοιμάται το μωρό , αυτό που στριφογυρίζει απ' τον πυρετό ενώ η μητέρα του προσπαθεί να διώξει τις μύγες . Είναι το μόνο κρεβάτι που έχουν και είναι ένα από τα πέντε κρεβάτια σε ολόκληρο τον καταυλισμό , γι' αυτό δεν μπορεί να μην τους βρείτε . Οι άλλοι έξι στην οικογένεια κοιμούνται στο πάτωμα , κουλουριασμένοι ,  ο πατέρας , η μητέρα , δύο μεγάλοι αδελφοί , ένας μικρός και το δεκαπεντάχρονο κορίτσι . Κοιμούνται όπως οι περισσότεροι άλλοι στον καταυλισμό : στο πάτωμα .

Εκείνο το βαρέλι και το σκουριασμένο ντενεκεδάκι από γάλα στη γωνία του δωματίου όπου όλοι κοιμούνται στο πάτωμα , έχει το νερό που φέρνουν από την Μεντότα για να δροσίσουν το μωρό από τον πυρετό . Είναι έξη χιλιόμετρα ως την Μεντότα κι έξι χιλιόμετρα για τον γυρισμό και η βενζίνα για δώδεκα χιλιόμετρα κοστίζει κάμποσο . Γι αυτό πρέπει να είναι φειδωλοί με το νερό . Γι αυτό φαίνονται όλοι τόσο βρώμικοι , όχι επειδή δεν θέλουν να πλυθούν . Είναι γιατί κοστίζει πολύ να πάρουν νερό - νερό που χρειάζονται για το μαγείρεμα και για να πίνουν . Δεν μπορείς να σπαταλάς το νερό για να πλυθείς όταν κοστίζει τόσο πολύ να το πάρεις . Εξάλλου όταν κερδίζεις τριανταπέντε σέντς για δουλειά μιας ολόκληρης μέρας και ξοδεύεις κάποια από αυτά για βενζίνη να φέρεις νερό , σου μένουν τόσα λιγότερα για φαγητό . Η μητέρα δεν είναι στο χωράφι σήμερα γιατί το μωρό είναι πολύ άρρωστο κι εκείνα τα παιδιά που παίζουν μέσα κι έξω από τα σπίτια που είναι σημαδεμένα με την ταμπέλα ΟΣΤΡΑΚΙΑ είναι πολύ μικρά για να πάνε στο χωράφι , αλλά όλοι οι άλλοι είναι εκεί . Εκεί βρήκα την κοπελίτσα για την οποία γράφω αυτό το γράμμα . 

Ίσως είναι καλλίτερα να σας πω ακριβώς πως την βρήκα και γιατί πράγμα μιλήσαμε , ώστε να να μπορέσετε να καταλάβετε τι ακριβώς θέλει . Θα της κάνατε μεγάλη χάρη , λέει , και θα σας ήταν πολύ ευγνώμων . Δεν την πειράζει να μαζεύει κάψες βαμβακιού για τριανταπέντε σέντς την ημέρα και δεν την πειράζει η βρωμιά , η ακαθαρσία και η πείνα , αλλά ανησυχεί για το ηλεκτρικό φως στην καλύβα . Τον παρατηρήσατε , δεν τον παρατηρήσατε ; εκείνον τον σκονισμένο γλόμπο στη μέση του παράσπιτου όπου μένουν ; Λοιπόν , πρέπει να πληρώνεις εικοσιπέντε σέντς την βδομάδα αν θέλεις να χρησιμοποιείς εκείνο το ηλεκτρικό φως και εικοσιπέντε σέντς είναι πολλά χρήματα όταν παίρνεις μόνο τριάντα πέντε σέντς τη μέρα και χρειάζεσαι αυτά τα εικοσιπέντε σέντς για φαγητό και βενζίνα για το αυτοκίνητο ώστε να μπορείς να πηγαίνεις να φέρνεις το νερό . Δεν είναι ότι θέλει το φως την νύχτα . Αυτή και η οικογένειά της τα καταφέρνουν χωρίς αυτό , αλλά βλέπετε , ανακάλυψαν ότι είναι πολύ δύσκολο να φροντίζουν το μωρό στο σκοτάδι . Και φαίνεται ότι είναι πάντα σκοτάδι όταν το μωρό κλαίει περισσότερο . Επιπλέον , η μικρή αυτή κοπέλα ανησυχεί για τον εαυτό της . Πρόκειται να κάνει παιδί , κι αν της έρθει νύχτα και δεν υπάρχει φως ; Θα γεννήσει το παιδί της σ' αυτό το μικρό παράσπιτο όπου μένει η μητέρα της , ο πατέρας της και ο αδελφός της , σ' αυτό το μικρό παράσπιτο με την ταμπέλα ΟΣΤΡΑΚΙΑ  πάνω στην πόρτα του . 
Αυτό που ήθελε να σας ζητήσει είναι αν μπορείτε να έλθετε σε επαφή με κάποιον και να τους πείτε να μην ζητάνε εικοσιπέντε σέντς για τη χρήση του ηλεκτρικού φωτός - ιδιαίτερα όταν κάποιος είναι άρρωστος ή περιμένει παιδί . Δεν είναι και τόσο άσχημα αν είσαι καλά , αλλά είναι πολύ δύσκολο όταν έχεις μια μικρή άρρωστη αδελφή που στριφογυρίζει και κλαίει κι εσύ η ίδια περιμένεις να κάνεις παιδί . Εξήγησα σ' αυτό το μικρό κορίτσι ότι θα κατανοούσατε γιατί δεν είναι και τόσο ηθική . Είναι ένα τόσο αδύναμο μικρό πλάσμα που δουλεύει τόσο σκληρά στα χωράφια όλη τη μέρα .Και ξέρεις πως όταν τελειώσεις την δουλειά σου και δεν ξέρεις τι ακριβώς να κάνεις με τον εαυτό σου και η νιότη σου , σου φωνάζει να ξεχάσεις τις μέρες που πέρασαν και τα μακριά χρόνια που απλώνονται μπροστά σου , λοιπόν - ξεχνάς κάπως ότι ίσως δεν είναι και τόσο ηθικό να κάνεις παιδί όταν ακόμα δεν είσαι δεκαπέντε χρονών . Είπα στην μικρή κοπέλα πως κι εσείς έχετε μια μικρή κόρη , που είναι μεγάλη τώρα φυσικά . Είναι της γνώμης ότι αν η κόρη σας έμενε έγκυος όταν ήταν δεκαπέντε χρονών , δεν θα θέλατε να γεννήσει το παιδί της  σ' ένα μικρό ξύλινο παράσπιτο μαζί με ένα άλλο μωρό που στριφογυρίζει απ' τον πυρετό και χωρίς να την βλέπεις τι κάνεις . Της είπα ότι κι εγώ δεν νόμιζα πως θα σας άρεσε αυτό , κι έτσι εκεί που καθόταν στο χωράφι του βαμβακιού σ' αυτή την χώρα του "γάλακτος και του μελιού" , την πιάσαν τα κλάματα . Αλλά άρχισα να σας λέω για τι πράγματα μιλήσαμε και να'μαι τώρα , σας λέω τι ήθελε να σας γράψω . Βλέπετε όταν πήγα στο χωράφι , είδα αυτό το μικρό κορίτσι να σέρνει με δυσκολία ένα τεράστιο σάκο στο αυλάκι και να στοιβάζει μέσα τις κάψες του βαμβακιού . Φαινόταν τόσο κουρασμένη , τόσο εξαντλημένη και τότε παρατήρησα ότι ήταν έγκυος. 
"Πόσο χρονών είσαι ;" ρώτησα .
"Δεκαπέντε".
"Δουλεύεις στα χωράφια πολύ καιρό ;" 
"Ναι" .
"Πόσο χρονών ήσουν όταν άρχισες;"
Σήκωσε τους ώμους της . "Δεν ξέρω . Ίσως οχτώ . Ίσως εννιά . Δεν ξέρω".
"Πόσα κερδίζεις την ημέρα ;" 
"Μερικές φορές στο πρώτο μάζεμα , ενάμιση δολάριο. Παίρνουμε εβδομηνταπέντε σέντς για εκατό λίβρες . Παίρναμε εξήντα σέντς , αλλά οι κόκκινοι υποκινητές πέτυχαν να πάρουμε αύξηση δεκαπέντε σέντς . Αλλά για τρίτο μάζεμα , παίρνουμε μόνο σαράντα σέντς για εκατό λίβρες και δεν υπάρχει και πολύ βαμβάκι να μαζέψουμε ".
Ίσως ενδιαφέρεστε για τη φράση της "κόκκινοι υποκινητές" . Έτσι ονομάζονται οι κομμουνιστές εδώ από τις εφημερίδες . Γι αυτό τώρα , όταν δουν έναν κομμουνιστή τον λένε "κόκκινο υποκινητή". Αυτή η μικρή κοπέλα δεν ήξερε τι σημαίνει "κόκκινος υποκινητής" . Ήξερε μόνο ότι οι"κόκκινες υποκινητές" τους βοήθησαν να πάρουν αύξηση δεκαπέντε σέντς για κάθε εκατό λίβρες , αφού τους οργάνωσαν κι έκανα απεργία . Σαράντα χιλιάδες από τους 250.000 εργάτες γης στην Καλιφόρνια , πήραν κάρτες από το κομμουνιστικό συνδικάτο. Το ονομάζουν Συνδικάτο Εργατών Κονσερβοποιείων και Γης . Και οι περισσότεροι από αυτούς τους 40.000 εργάτες προέρχονται από τους 100.000 μετανάστες εργάτες - αυτούς που μένουν στους καταυλισμούς όπως αυτή η μικρή κοπέλα . Δεν πληρώνουν συνδρομή συχνά , αλλά έχουν κάρτες του συνδικάτου και είναι δυνατοί στην οργάνωση και πολύ μαχητικοί , ιδιαίτερα οι Μεξικάνοι . Ίσως διαβάσατε στις εφημερίδες για την απεργία των εργατών συλλογής φρούτων και λαχανικών στην κοιλάδα Εμπίριαλ και γύρω από το Σακραμέντο , στην Αλαμίντα και στην κοιλάδα Σαν Χοακίν , εδώ στις εποαρχίες Τουλάρε και Κερν . Υπήρξε βία κι έγιναν σκοτωμοί , αλά οι απεργίες κερδήθηκαν σχεδόν πάντοτε . Κι αυτό έγινε γιατί οι εργάτες ένιωθαν τα ίδια μ' αυτή τη μικρή κοπέλα : Ό τι και να συνέβαινε , δεν μπορούσε να είναι χειρότερο απ'αυτό που ήδη υπήρχε . Αν οι κομμουνιστές τους βοηθούσαν , τότε θα γίνονταν κομμουνιστές . Φαίνεται ότι κανένας άλλος δεν ενδιαφέρθηκε γι αυτούς . Κανένας δεν δοκίμασε ούτε καν να τους οργανώσει ώσπου ήρθαν οι "κόκκινοι υποκινητές" . Καταλαβαίνετε , φυσικά , αφού διαβάσετε αυτό το γράμμα , γιατί ήθελε αυτή μικρή κοπέλα να σας γράψω . 
"Πέρσι , κόκκινοι υποκινητές , έκαναν απεργία στο Τουλάρε . Πήραν εβδομηνταπέντε σέντς για τις εκατό . Τότε πήραμε κι εμείς τα εβδομηνταπέντε σέντς " , πρόσθεσε γελώντας . Ο πατέρας της , ένας ψηλός , μελαχροινός άντρας με μαύρα γένια μιας βδομάδας , με είδε να της μιλώ και ήρθε προς το μέρος μου . 
"Τρέχει τίποτα ;" ρώτησε .
"Όχι. Τίποτα δεν τρέχει . Απλώς μιλούσα στην κόρη σου . Θέλω να μάθω πόσα κερδίζετε την βδομάδα". Ένα αργό χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό του . 
"Δεν κερδίζουμε τίποτα" , είπε κατηγορηματικά . 
"Πόσα;" 
"Εγώ , η γυναίκα μου και η κόρη μου εδώ . Την περασμένη βδομάδα δουλέψαμε από τη Δευτέρα ως την Πέμπτη το βράδυ και βγάλαμε δύομιση δολάρια , όλοι μας ". 
"Η κόρη σου είναι μόνο δεκαπέντε χρονών . Νομίζω ότι υπάρχει κάποιος νόμος που απαγορεύει την εργασία στους ανήλικους".
Σήκωσε τους ώμους με αδιαφορία .
"Κανένας δεν έρχεται εδώ . Όλα τα παιδιά δουλεύουν στα χωράφια μόλις γίνουν αρκετά μεγάλα . Η μόνη φορά που ήρθε άνθρωπος εδώ ήταν όταν έβαλαν την ταμπέλα ΟΣΤΡΑΚΙΑ . Κανένας δεν ενδιαφέρεται".
"Είναι τα πράγματα καλύτερα τώρα απ' ότι ήταν πέρσι ή πριν δυό χρόνια ;"
"Όχι . Όχι καλύτερα . Πολύ χειρότερα . Πέρσι αγοράσαμε 100 λίβρες απ' το φτηνότερο αλεύρι για 2.45 δολάρια . Τώρα πληρώνω 3.10 δολάρια για το ίδιο πράγμα . Πέρσι , πριν ο πρόεδρος φτιάξει την N.R.A. έβγαζα περισσότερα λεφτά απ΄ όσα βγάζω τώρα . Έβγαζα περισσότερα το 1933 και το 1934 δεν βγάζω σχεδόν τίποτα ". 
"Νόμιζα ότι εσείς οι εργάτες γης πήρατε αύξηση για το βαμβάκι που μαζεύετε". 
"Ναι . Όχι την πήραμε . Κάναμε απεργία για να την πάρουμε . Οι κόκκινοι υποκινητές μας βοήθησαν ".
"Και πως ήταν τα πράγματα πριν από την οικονομική κρίση;"
"Ήταν καλή εποχή . παίρναμε ενάμιση δολάριο για εκατό λίβρες βαμβάκι . Τώρα είναι πολύ άσχημα τα πράγματα . Μάλιστα κύριε , πολύ άσχημα".
"Τώρα που τελειώσατε το μάζεμα σ΄αυτά τα χωράφια , τι θα κάνετε ;" 
"Θα πάμε στα χωράφια του αρακά. Όλοι θα πάμε με γιωταχί ή φορτηγό . Θα τα πάρουμε όλα μαζί μας , εκτός από το σπίτι . Παίρνουμε όλα τα πράγματα εκτός από το σπίτι όταν πάμε εκεί . Όταν τελειώσει η εποχή του αρακά θα γυρίσουμε πίσω για τα σταφύλια ".
"Πόσα βγάζετε σε μια βδομάδα όταν δουλεύει όλη η οικογένεια ; Τον καλό καιρό ;"
"Τον καλό καιρό ; Α , κάποτε  βγάζουμε οχτώ δολάρια . Ίσως , αν δουλέψουμε πολύ σκληρά , δέκα ".
Φαινόταν ότι αυτό ήταν το ανώτερο όριο των αποδοχών του και ήταν ευχαριστημένος που αυτός και η οικογένειά του μπορούσαν πότε - πότε να κερδίζουν τόσα .
"Λοιπόν πρέπει να ξαναπάω να μαζέψω το μπαμπάκι". Είπε κάτι στην κοπέλα στα ισπανικά . Αυτή κοκκίνισε και άρχισε να μαζεύει ξανά . 
"Πατέρας μου είπε , καλύτερα δουλέψω" , είπε .
"Ναι . Λοιπόν πήγαινε να δουλέψεις ενώ εγώ θα βαδίζω δίπλα σου και θα σου μιλώ , Είσαι παντρεμένη ;" Κοκκίνισε ξανά και κούνησε το κεφάλι αρνητικά . 
"Όχι . Όχι παντρεμένη".
"Φαίνεται ότι τα πράγματα δεν είναι και τόσο καλά για σας εδώ , ε; " 
" Α καλά είναι . Τα πράγματα πάνε καλύτερα , λένε όλοι . Πρόεδρος φροντίσει για φτωχούς". 
"Σε φροντίζει εσένα;" 
"Όχι , κύριε . Όχι ακόμα . Τα πράγματα πολύ άσχημα για μας . Αλλ΄ αυτός έχει πολλά να κάνει και όχι ακούει ποτέ για μας που μαζεύουμε μπαμπάκι. 'Ήθελα του γράψω του πω κάνει γρήγορα γιατί θα γεννήσω παιδί και τα πράγματα είναι πολύ άσκημα για μας . Θα κάνει κάτι για φτωχούς αν μάθει πόσο άσκημα είναι πράγματα , έτσι δεν είναι ;"
"Τότε , γιατί δεν του έγραψες ;"
Κοκκίνισε ξανά .
"Όχι γραμματόσημο".
"Α " είπα . "Θα σου δώσω γραμματόσημο".
"Ευχαριστώ , αλλά όχι ξέρω γράψω" . 
"Βέβαια , γράψε . Ο πρόεδρος θα χαρεί να λάβει το γράμμα σου".
"Όχι ξέρω γράψω" , επανέλαβε . "Όχι πήγα σχολείο . Δούλευα πάντα χωράφια". 
"Αν μου πεις τι θέλεις να γράψεις , θα γράψω εγώ για σένα ". Με κοίταξε μ' ένα γρήγορο χαμόγελο και χασκογέλασε . Έβγαλα ένα μολύβι και χαρτί τη ρώτησα τ' όνομά της . Ένα βλέμμα τρόμου απλώθηκε στο πρόσωπό της . 
"Όχι , όχι ! όχι γράφεις στον πρόεδρο" , παρακαλούσε .
"Γιατί ; Δεν ήθελες να του γράψεις ;"
"Όχι ! Όχι! Μόνο λόγια . Λόγια".
"Τι φοβάσαι;"
"Όχι γράφεις στον πρόεδρο , κύριε , σε παρακαλώ". Ίσιαξε το κορμί της και με κοίταξε ικετευτικά .
"Άμα γράφεις για μένα στον πρόεδρο , πατέρας μου θα έχει φασαρίες . Μπορεί θυμώσει πρόεδρος και πατέρας μου όχι πια βρίσκει δουλειά".
"Δεν νομίζω ότι θα συμβεί τέτοιο πράγμα " , τη διαβεβαίωσα .
"Αλλά αν δεν θέλεις να πω ποιά είσαι , μπορώ να του γράψω και να του πω γι αυτό χωρίς να αναφέρω το όνομά σου".
Με κοίταξε με ξαφνική ελπίδα .
"Θα κάνεις αυτό;"
"Βέβαια . Δεν είμαι υποχρεωμένος να αναφέρω τ' όνομά σου . Θα πω απλώς ότι είναι μια μικρή Μεξικάνα σ' ένα χωράφι βαμβακιού έξι χιλιόμετρα από τη Μεντότα ".
Με κοίταξε σοβαρή για μια στιγμή .
"Παρακαλώ , γράψε στον πρόεδρο . πες του έρχεται μωρό μου", είπε με χαμηλό τόνο. "Δεν ξέρω πότε έρθει μωρό. Μπορεί νύχτα και δεν έχουμε φως. Παρακαλώ , πες πρόεδρο τα πράγματα είναι 
πολύ άσκημα . Δεν βγάζουμε σχεδόν τίποτα . Μικρή αδελφούλα μου άρρωστη κι αν έρθει μωρό μου έχει όχι κρεβάτι . Πρέπει βάλει μωρό μου στο πάτωμα και αν μωρό έρθει τη νύκτα , πως μπορώ βρω μωρό;"
Έγνεψα , ανίκανος να μιλήσω .
"Πες στον πρόεδρο παρακαλώ μιλήσει αφεντικό μας μη ζητάει είκοσι  πέντε σέντς τη βδομάδα για ηλεκτρικό για να μπορέσω γεννήσω μωρό μου".
"Θα του πω ακριβώς αυτό που μου είπες " , της υποσχέθηκα .
"Δεν με κοροϊδεύεις;"
"Όχι , δεν σε κοροϊδεύω . Σου το υπόσχομαι".
Αυτό ήταν όλο κύριε  πρόεδρε . Δεν ξέρω αν θα το διαβάσετε αυτό ποτέ , αλλά ήθελα απλώς να κρατήσω την υπόσχεσή μου . Και αν το διαβάσετε , θα καταλάβετε γιατί οι"κόκκινοι υποκινητές" κάνουν μεγάλη πρόοδο εδώ από οπουδήποτε αλλού πήγα ως τώρα σ' αυτή τη χώρα .



Πέρασαν είκοσι έξη  χρόνια  από την πρώτη ανάγνωση και πολλές δεκαετίες από την γραφή αυτού του "γράμματος" και με δυσκολία καταλαβαίνει κανείς , πως ελάχιστα πράγματα άλλαξαν από την εποχή του New Deal , μέχρι σήμερα . Όλα παρέμειναν ίδια και οι συνθήκες αυτές που περιγράφονται από τον John L. Spivak , παραμένουν ίδιες και απαράλλαχτες (κι αυτό είναι απόλυτα λογικό) , αφού οι συνθήκες που γεννούν την εκμετάλλευση του εργάτη , είναι ίδιες , όπως τότε που τις περιέγραφε ο Friedrich Engels στο έργο του "η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία" , όπως τότε την εποχή της μεγάλης κρίσης του 1933 στις Ε.Π. της Αμερικής , όπως "χτες" στις χώρες που υποχώρησε ο Σοσιαλισμός (Αν. Γερμανία , Πολωνία κ.α.) αλλά και σήμερα στην Ελλάδα .  
Αυτό που απομένει στους σύγχρονους ξωμάχους , είναι να κατανοήσουν την θέση τους , να δουν πίσω από τα λαμπερά κατασκευάσματα  του καπιταλισμού , να παραμερίσουν τα πλουμιστά στολίδια του , να ψάξουν πίσω από αυτά και να ορθώσουν το ανάστημά τους , παλεύοντας για τον νέο άνθρωπο , την νέα κοινωνία .


Κυριακή

Κάτω από τις εικόνες των Βασιλέων , χτίζονταν η "νέα Ελλάδα" .

Το χωριό μακριά , τα χρόνια πέρασαν , μα οι ανάγκες της ζωής και το κρίμα ,  μας έκαναν να κάνουμε το ταξίδι . Έγινε κάτι που είχε γίνει ξανά , πριν από καιρό , όταν τα χρόνια δεν είχαν βαρύνει τους κουρασμένους ώμους , όταν τα "πράγματα" δεν τα έβλεπα με την θολή από τα δάκρυα που όλο και πιο ταχτικά επισκέπτονταν τα μάτια . Είχαν γίνει και τόσα πολλά , είχαν αλλάξει και τόσα πολλά , όλα αυτά και οι αιτίες .
Κρύο εκείνο το πρωινό , κρύο και υγρασία , γνώριμα στοιχεία της εποχής για την περιοχή . Όλα έδειχναν να είναι βρεγμένα , μα η ξαστεριά της προηγούμενης νύχτας , δεν προμήνυε κάτι τέτοιο . Τα χρώματα , έδειχναν όλα να είναι πιο ζωηρά , θαρρείς κι οι στάλες της υγρασίας ,να είχαν ανανεώσει τους χρωστήρες και τις παλέτες κι όλα τ' άλλα εργαλεία . Όμως δεν μπορούσε να είναι αυτή εξήγηση για την λαμπρότητα της φύσης , τα βαριά μολυβένια σύννεφα , δεν επέτρεπαν τέτοιου είδου εξηγήσεις . 
Το χωριό μικρό , πενήντα όλες κι όλες ψυχές τον χειμώνα , χωράνε και περισσεύουν σε έναν χώρο τεράστιο , η πλατεία μπροστά από τους Αγίους Αναργύρους , το μικρό άδειο τα πρωινά καφενείο , το νεκροταφείο , το ηρώο της Δέσπως , το σχολείο , το σκουριασμένο τσίγγινο στέγαστρο του ΚΤΕΛ που δεν σταματά τα άδεια από κόσμο δρομολόγια του , ένα δυό ξεχαρβαλωμένα ντάτσουν να τα οδηγούν νυσταλέοι αξούριστοι χωριάτες , το σκηνικό του σήμερα . 
Τα βήματα μας έφεραν γρήγορα εκείνο το μουσκεμένο πρωινό , στην πόρτα του φτωχικού νεκροταφείου . Μιά ξύλινη πόρτα , φανερά φτιαγμένη με τα χέρια από κάποιον μάστορα άλλης εποχής κι ένας χαμηλός πέτρινος μαντρότοιχος , χώριζε έναν κόσμο , από έναν άλλον . Στην μέση , το "χνάρι" που άφησαν μαθητές προσκυνητές , άγνωστο ποιοι , κάπου στις αρχές του ΄60 , όταν ίσως οι σχολικές εκδρομές , πήγαιναν και σε μέρη ¨διαφορετικά " . Απέναντι , έτσι που σαν ο χωροθέτης να ήθελε να δημιουργήσει έναν περίεργο συμβολισμό , η πλάτη του σχολείου . 'Ενας πέτρινος επιβλητικός ακόμα και σήμερα όγκος , έστεκε εκεί , ποιός ξέρει πόσα χρόνια . Θυμήθηκα και σύγκρινα αμέσως αυτό το χτίσμα με εκείνο που με φιλοξένησε τα πρώτα μου χρόνια , στο αστικό περιβάλλον της προσφυγογειτονιάς που μεγάλωσα . Πέτρινο κι εκείνο , συμμετρικό , με κόκκινα ξύλινα παράθυρα και κεραμίδια , μια μεγάλη μαρμάρινη σκάλα στην μέση και μια ακόμα πιο μεγάλη -για τα παιδικά μου μάτια- μαρμάρινη επιγραφή , εκεί δεξιά της πόρτας , "Εθεμελιώθη υπό της Α.Μ. Βασιλίσης Φρειδερίκης εν έτει 1954" . Σε πιο μικρή κλίμακα αυτό του χωριού , αλλά με πολλές ομοιότητες με το δικό μου . Το πετρόχτιστο κτίριο , έδειχνε να δένει καλλίτερα με το γύρω τοπίο . Χωμάτινη αυλή . χωρίς παιγνίδια , μονάχα μια βρύση σε μια γωνιά και 2-3 γέρικες βελανιδιές να ορίζουν το τέλος της αυλής και του ξένοιάστου παιγνιδιού . 
Δεν άντεχα την διαδικασία του νεκροταφείου κι έτσι με μεγάλα βήματα , πέρασα "απέναντι" . 
Σήμερα , Κυριακή 29 του Γενάρη , λίγες μέρες μετά τον απροσδόκητο χαμό του Θ. Αγγελόπουλο , σκέφτομαι , πως οι εικόνες που αντίκρυζα , δρασκελίζοντας προσεκτικά την μισογκρεμισμένη πόρτα του σχολείου , θα μπορούσαν να είναι και μέρος κάποιου σκηνικού , μιας ταινίας του . 
Παράθυρα χωρίς παντζούρια , λογικά θα επέτρεπαν στο λιγοστό φως να περάσει μέσα . Μυρωδιά μούχλας παντού . Ένας σχετικά μικρός προθάλαμος , οριοθετούσε , τις δυο μονάχα αίθουσες από ένα μικρό σχετικά δωμάτιο , που λογικά θα χρησίμευε για γραφείο .  
Σκόνη παντού και ίχνη ζωής , σχετικά πρόσφατα . Πέρασμα και καταφύγιο συνάμα προσωρινό για τα "ναυάγια" που ξώκειλαν  εδώ ψάχνοντας για άλλους κόσμους . 
Εικόνες ηρώων του 1821 στους νωτισμένους τοίχους , νοιώθεις παρείσακτος καθώς τα βλέματα του Οδυσσέα , του Καραισκάκη ακόμα κι αυτό του Διάκου , σε κοιτάνε αυστηρά που ήρθες απρόσκλητος να χαλάσεις την μακάρια ησυχία τους . 
Ένας σκούρος όγκος στο πλάι της πόρτας , χαμηλά , τράβηξε την προσοχή μου . Κοιτάζοντας πιο προσεκτικά , διέκρινε την μορφή του Αλεξάνδρου . Έτσι έγραφε στην βάση του μούστου , "Αλέξανδρος " σκέτο , ούτε Μεγας , ούτε Μακεδόνας ...προσφορά ίσως του στρατού , το συνήθιζε , θυμάμαι μια ανάλογη κόπια υπήρχε και στο δικό μου σχολείο . Αυτός , ευτυχώς δεν με κοίταζε , το βλέμμα του  είχε σταθεί απέναντι , σε μια διαλυμένη ξύλινη βιβλιοθήκη . Βιβλία παντού , σχολικά , έδειχναν να μην τα έχουν αγγίξει παιδικά χέρια , καινούργια , που όμως δεν ήταν ...

Το σχολείο αυτό , ερχόμενος για πρώτη φορά στο μικρό αυτό χωριό , δεν το πρόλαβα ανοικτό , να είναι σε λειτουργία κι ας ξεσήκωναν το μικρό χωριό με τις φωνές του τα πιτσιρίκια που τρέχαν από στις ανηφόρες και στα ρέματα που διέσχιζαν το χωριό και δεν είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε .

Κάνοντας την ανάγκη φιλότιμο , έσκυψα και παραμέρισα τα σκόρπια βιβλία , ψάχνοντας , χωρίς να ξέρω τι , έτσι από απλή περιέργεια ή ίσως κι από θυμό . Αναγνωστικά , γραμματική , ιστορία και ένα κιτρινισμένο δεμένο σαν βιβλίο πακέτο φύλλων χαρτιού ...


Βιβλίο εσόδων - εξόδων Δημοτικού Σχολείου , χωρίς εξώφυλλο , με ητην πρώτη του σελίδα γυρισμένη στα έξοδα ...
ΜΗΝ Μάρτιος , ΗΜΕΡΑ 23 , ΕΤΟΣ 1949 , ΑΡΘΡΟΝ ΠΡΟΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ 4 και 16 , ΑΡΙΘΜΟΣ ΧΡΗΜΑΤΙΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ 1και 2 , ΑΙΤΙΑ ΠΛΗΡΩΜΗΣ 1ον Μία σημαία μεγάλη , διάφορα συνθήματα σημαίας , εικόνα Βασιλέως και ταινίας , 2ον  τρείς οκάδες λουκούμι , 3ον μία και μισή οκ, ούζου , ΟΛΟΓΡΑΦΩΣ εκατόν είκοσιεπτά πεντακοσίας , ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΩΣ 127.500

Τι να σκεφτώ ; Έρχονται στιγμές , που το μυαλό σταματά . Πιο κάτω , άλλα βιβλία έντυπα , που αυτόματα μου θυμίζουν όσα κοσμούσαν την βιβλιοθήκη του ΚΨΜ της μονάδας που υπηρέτησα και που σχεδόν πάντα γινόταν , αντικείμενο διάλεξης στα πλαίσια της ΕΗΔ , της Εθνικής Ηθικής Διαπαιδαγώγησις , από τον αξιωματικό του 2ου γραφείου συνήθως . 


Όλες αυτές οι εικόνες και τα σκονισμένα και κιτρινισμένα από το χρόνο , έντυπα , που κατόρθωσα να διασώσω , ανακατεύονται στο μυαλό μου μέσα , χορεύουν έναν κυκλικό χορό , τόσο έντονα , που δεν ξέρω αν ζαλισμένος από τον ρυθμό , θα μπορέσω να ορθοποδήσω . 
Ένα διθέσιο δημοτικό σχολειό , σε ένα μικρό ορεινό χωριό της Ηπείρου , φτωχό , όχι σαν εκείνα τα διάσημα των Ιωαννίνων , αλλά σαν τ' άλλα τα μικρά που μερικοί χάρτες τα αγνοούν , λιγοστοί μαθητές , πολλοί ξυπόλυτοι , άλλοι με ρούχα που τα φόραγαν άλλοι , πριν από αυτούς , οι πιο τυχεροί με ένα ταγάρι περασμένο χιαστί στο αδύνατο κορμάκι του , μα κυρίως πεινασμένοι , στέκονταν εκείνη την 25η του Μάρτη , στα 1949 , περήφανοι , στην μεγάλη αίθουσα , κοιτάζοντας εκστατικά , πότε τους Βασιλείς , πότε τις σημαίες και τις κορδέλες μα σίγουρα περίμεναν ανυπόμονα , να τελειώσει η τελετή και να πάρουν από το χέρι του δάσκαλου , το εορταστικό λουκούμι . 
Λίγα χρόνια νωρίτερα , από εκείνη την σχολική γιορτή που έγινε στα τέλη του εμφυλίου πολέμου και κατά την διάρκειά του , μία άλλη Δασκάλα , που ίσως και να είχε ξεχάσει την γεύση των λουκουμιών , στο περιοδικό της ΕΠΟΝ , τον Απρίλη του 1945 , έγραφε :


ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΛΑΪΚΉ ΠΑΙΔΕΙΑ
                                                     της παιδαγωγού Ρόζας Ιμβριώτη
από το περιοδικό “Νέα Γενιά” , όργανο του Κεντρικού Συμβουλίου της ΕΠΟΝ (Αθήνα 20/4/45)

1. Το εκπαιδευτικό μας σύστημα εξυπηρέτησε το λαό μας μέσα στα 120 χρόνια της ελεύθερης ζωής;

Είναι φυσικό η νέα γενιά που πάλλεται από το φλογερό πόθο της ανοικοδόμησης να θέτει το πρόβλημα της παιδείας στην πρώτη γραμμή . Αναμετράνε τα Νιάτα τις δυνάμεις τους , για να μπορέσουν να δημιουργήσουν καλλίτερο αύριο και να πετύχουν τα δικαιώματά τους πάνω σε μια εξυψωμένη και χαρούμενη ζωή . Το παραπάνω ερώτημά σας μου φέρνει στο νου δύο τυπικές εικόνες χαρακτηριστικές πως αρχινάει και που με λογική συνέπεια καταλήγει η παιδεία μας . Περπατάς στον κάμπο ή στα ορεινά της Ελλάδος και σε κάθε βήμα συναντάς αγόρια και κορίτσια από 8 χρονών κι απάνω να βόσκουν γίδια . Πας σχολείο ; Τσ’ . Ξέρεις γράμματα ; Τσ’ . Μπαίνεις στο καφενείο της συνοικίας ή της πλατείας της κωμόπολης . Όλοι λείπουν στις δουλειές τους άνδρες - γυναίκες - παιδιά . Μια παρέα μονάχα θα δεις , που απ’ το πρωί ως το βράδυ στην ίδια θέση και με τα ίδια πρόσωπα παίζει τάβλι . Είναι οι διανοούμενοι του τόπου , οι τελειόφοιτοι του Γυμνασίου και του Πανεπιστημίου .  Η παιδεία μας ισχυρίζεται πως φτιάχνει ανθρώπους , όμως είναι βέβαια πως δεν φτιάχνει ανθρώπους . Και το κακό είναι πως δεν φτιάχνει ούτε δουλευτές . Παρουσιάζει ένα χάος και σύγχυση . Γιατί ; Στο ερώτημα τούτο δεν θέλησε ποτέ να απαντήσει το Κράτος , μάλιστα δηλώνει αυτάρεσκα , πως δεν υπάρχει καν . Κι όταν κάθε τόσο ρωτούν πολλοί ντροπιασμένοι για την ανισότητα και την αδικία που κάνει στα παιδιά του λαού , η απάντηση είναι έτοιμη : έχουμε παιδεία προσιτή σε όλους !
Κι όμως οι επίσημες στατιστικές του κράτους , είναι αποστομωτικές , όπως αποστομωτική είναι και η κοινή γνώμη που διαπιστώνει στον εαυτό της και στα παιδιά της τα χάλια της παιδείας . Όλοι αυτοί κατηγορούν την εκπαίδευση ότι είναι βαθύτατα α ν τ ι λ αϊ κ ή .  
Είναι γνωστό πως το δημοτικό σχολείο είναι η μοναδική πνευματική τροφή του Λαού μας και γι’ αυτό το ενδιαφέρον του Κράτους πρέπει να είναι ανάλογο . Να τι λένε οι αριθμοί (Στατιστική του έτους 1937-1938).
Τρείς χιλιάδες επτακόσια χωριά (3700) δεν έχουν δικό τους σχολείο ! Από τα 8351 δημοτικά σχολεία τα 5100 είναι μ ο ν ο τ ά ξ ι α , δηλαδή έξη τάξεις με έναν δάσκαλο , κι αυτά βέβαια είναι τα σχολεία της υπαίθρου . Μέσα σε κάθε τάξη φοιτούν 70 μαθητές το κατώτερο και φτάνουν συνηθισμένα στους 120 . Τα χτίρια είναι κατάλληλα μόνο για σταύλους , εποπτικά μέσα είναι ανύπαρχτα κι οι μέθοδες απαρχαιωμένες .
Το αποτέλεσμα είναι ότι ο Λαός εγκαταλείπει το σχολείο , όπως το αποδείχνει η ίδια στατιστική . Γράφτηκαν στην α’ τάξη 241.000 παιδιά , στη β’ 180.000 , στη γ’ 170.000 , στη δ’ 140.000 , στην ε’ 100.000 και στην στ’ 82.000 . Η διαροή είναι συντριφτική . Ως την δ’ τάξη φτάνουν τα 58% από τα γραμμένα παιδιά και ως την 6η μόνο τα 33% . Όλα τα άλλα παιδιά φεύγουν κι αν υπολογίσουμε , ότι είναι κι ένα 15% παιδιών που δεν γράφονται καθόλου , τότε νοιώθουμε το βαθύ πνευματικό σκοτάδι που σκεπάζει το λαό μας . Έπειτα τι να το κάνει αυτό το σχολείο ο λαός μας που μπαίνει εκφραστικότατα εύγλωττος και φεύγει τέλεια άγλωσσος ; Πάλι στο νου μου έρχεται μια κωμικοτραγική εικόνα από μια διδαχτική ώρα που παρακολούθησα σ’ ένα δημοτικό . Ήταν η 4η τάξη . Την κατσίκα , έλεγε ο δάσκαλος , την λέμε πιο καλά αίγα . Ο μαθητής : Η αίγα λοιπόν ...Στάσου , η αίξ ...Το παιδί προχωρεί ...την αίξ λοιπόν . Καί πέρασαν κάμποσα λεπτά και ξεθεώθηκε ο Δάσκαλος και ο Μαθητής ως να συνεννοηθούν .
Κι όμως το δημοτικό σχολείο πλήρωνε τα σπασμένα κάθε φορά που είχε το κράτος ανάγκη να κάνει οικονομίες . Άφηνε το Δάσκαλο πειναλέο , έκλεινε τα Διδασκαλεία , ερειπώνονταν τα σχολεία κι οι μαθητές έχαναν την υγειά τους . Ποιός να ενδιαφερθεί ; Έτσι έχουμε τη θλιβερή διαπίστωση , ότι χρειάζονται άλλες 15.000 δάσκαλοι αν θέλουμε να λειτουργήσει κανονικά η δημοτική εκπαίδευση και σαν κορωνίδα το ρεκόρ του αναλφαβητισμού μέσα στα ευρωπαϊκά , ακόμα και στα βαλκανικά κράτη . Ο αναλφαβητισμός είχε φτάσει στα 41% . Μα ας δούμε τον ισχυρισμό - που φαίνεται και σαν αληθινός - ότι έχουμε παιδεία δημοκρατική , προσιτή σε όλους . και εδώ η απάντηση των αριθμών και της κοινής γνώμης είναι αποστομωτική . Η Μέση παιδεία , ποτέ δεν έγινε χτήμα του Λαού , κι έτσι που είναι δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες του .
Ο δουλευτής θέλει μέση παιδεία να τον ετοιμάσει για την ζωή και τις υλικές και πνευματικές ανάγκες . Ζητάει να αφήσει τη λογοκοπία , τον εγκυκλοπαιδισμό , τον διακοσμητικό χαρακτήρα και να συμφιλιωθεί με τον αγρό , το εργοστάσιο , το εμπόριο και γενικά με την υλική και πνευματική παραγωγή . Η χώρα μας είναι ερειπωμένη , κι η ανάγκη της ανοικοδόμησης θέτει το πρόβλημα της έντονης ανάπτυξης της βιομηχανίας , της γεωργίας , της ναυτιλίας , του εμπορίου , όπως της διατήρησης του πνευματικού πολιτισμού μας . Όλες αυτές οι απαιτήσεις πρέπει να καθορίσουν τον σκοπό και τους τύπους της μέσης παιδείας . Χρειάζονται γεωργικές μέσες σχολές , βιομηχανικές , εμπορικές , ναυτικές και κλασσικές . Τι γίνηκε όμως ως τώρα ; Ας δούμε πάλι την στατιστική του 1937-1938 .
Στο δημοτικό ήταν γραμμένα 913.000 παιδιά , την ίδια χρονιά στην μέση παιδεία , γράφτηκαν 94.000 . Η ίδια σταθερή αναλογία παρουσιάζεται και όλα τα προηγούμενα χρόνια . Ώστε στη μέση παιδεία περνούν μόνο το 10% των παιδιών και βέβαια αυτά θα είναι τα εύπορα . Τα 90% μένουν άλλα από 10 κι άλλα από 12 χρόνια χωρίς καμία ηθική και πνευματική διαπαιδαγώγηση . Μα το χειρότερο είναι το χάος που παρουσιάζει η Μέση παιδεία . Ενώ είναι καθαρή προετοιμασία για τη ζωή και τις παραγωγικές ανάγκες κι οι τύποι των σχολείων θα έπρεπε ν’ αντικρύσουν αυτές , η στατιστική μας ξεσκεπάζει την ασυναρτησία που βασιλεύει μέσα της .
..................................................................................................
Μα και τι να την κάμει ο δουλευτής λαός αυτήν την μέση παιδεία ;
Ολόκληρη είναι κυριεμένη από αφόρητο  ι σ το ρ ι σ μ ό .Το πρόσωπό της είναι γυρισμένο στο παρελθόν . Ψάχνει να μην χάσει την ελάχιστη λεπτομέρεια από τα περασμένα ( πόσο μήκος και πόσο ύψος έχει η πυραμίδα του Χέωπα , πως είναι η σιρά των δυναστειών των βαβυλωνίων ) και χάνει από τα μάτια της ολόκληρο το παρόν και τις προοπτικές για το μέλλον . Τι να την κάνει την μέση παιδεία ο δουλευτής Λαός που χωρίζει την πνευματική από την χειρωνακτική εργασία και που μαθαίνει τα παιδιά καταφρονητές της δουλειάς ; Δεν του χρειάζεται η εγκυκλοπαιδική διακοσμητική μόρφωση με τον βερμπαλισμό της . Αυτή είναι για κείνοςυ που δεν έχουν κανέναν επάγγελμα και ζουν παρασιτικά μέσα στην κοινωνία . Ετοίμασε ίσως ερασιτέχνες του στίχου και λογοκόπους όμως δεν ετοίμασε ως τα σήμερα άτομα για δημιουργική δράση και παραγωγική εργασία .
Ο δουλευτής λαός σέβεται τις παραδόσεις του και σέβεται την αρχαία κληρονομιά του , όμως την αντικρύζει σαν ακένωτη νέα πηγή δημιουργίας , θέλει να πάρει από την κληρονομιά του αυτή τα ζωντανά κι εξελίξιμα στοιχεία , θέλει να ποτισθεί δημιουργικά από το πνεύμα των αρχαίων . Όμως ξορκάει με τον απήγανο τον βρυκολακιασμένο  ψ ε υ τ ο κ λ α σ ι κ ι σ μ ό . Να φορέσουμε τα φορέματα που φορούσαν οι Αρχαίοι , να ψελλίζουμε δυό τρείς λέξεις αρχαίες , να διαβάζουμε μια σελίδα Λυσία και δυό κατεβατά Πλάτωνα και προπάντων να μην μας ξεφύγει καμία εξαίρεση από το συντακτικό ή την γραμματική .
Δεν λέμε τίποτα νέο . Το θλιβερό είναι που τα πρωτοείπε ο Δημήτρης Γληνός από το 1911 και πέρασαν 33 ολόκληρα χρόνια και ζητάμε και λέμε πάλι τα ίδια .



2. Κάτω από ποιές κοινωνικοπολιτικές συνθήκες θα είναι δυνατό να εφαρμοστεί ένα πραγματικά προοδευτικό σύστημα ;

Μοναρχία απόλυτη ή συνταγματική παλιά δημοκρατία ή διχτατορία , απόδειξαν , ότι δεν μπορούν και δεν θέλουν να δημιουργήσουν λαϊκή παιδεία . Πως μπορούν άλλωστε να το κάμουν , όταν οι σκοποί της λαϊκής παιδείας κι η εφαρμογή της βάζουν δυναμίτιδα στους δικούς τους σκοπούς ;
Απόδειξη είναι , πως όσες φορές από τα κάτω οι Δάσκαλοι , ο κλάδος , οι Φωτισμένοι Παιδαγωγοί , ο Εκπαιδευτικός Όμιλος , ζήτησαν μεταρρύθμιση σηκώθηκε αμείλικτη η αντίδραση κι έπνιξε τη φωνή τους . Πολλοί από τους φωτισμένους δασκάλους παύτηκαν κι από την 4η Αυγούστου κι εδώ , φυλακίστηκαν , εξορίστηκαν και βρήκαν μαρτυρικό θάνατο .
Η ολιγαρχική φαυλοκρατία κι ο φασισμός χρειάζονται πολίτες πειθήνιους και παθητικούς , πολίτες ετερόφωτα και άβουλους . Γι’ αυτούς τους “βρωμιάρηδες” λοιπόν -όπως τους λένε- είναι αρκετά λίγα κολυβογράμματα , ίσα να βάζουν την υπογραφή τους . Αυτή είναι η πικρή αλήθεια . Μόνο το καθεστώς που από εσωτερική υφή , από την ουσία του , έχει ανάγκη από πολίτες με πρωτοβουλία και ευθύνη , που χρειάζεται το κάθε άτομο να πάρει μέρος ενεργό και υπεύθυνο στην οργάνωση του Κράτους , μόνο αυτό το καθεστώς θέλει να υψώσει το κάθε άτομο ως εκεί που επιτρέπουν οι δυνάμεις του ανεξάρτητα από οικονομικές συνθήκες . Γιατί έτσι μόνο πιστεύει , ότι ο καθένας θα δώσει ότι έχει μέσα του καλλίτερο και θα συντελέσει και στην προαγωγή και του ατόμου του και του συνόλου . Μόνο το καθεστώς , που πιστεύει στον Λαό σαν σε αστείρευτη πηγή δημιουργικής δύναμης , ζητάει να τον εξοπλίσει σωματικά και πνευματικά . Κι αυτό το καθεστώς είναι η γνήσια Δημοκρατία . Αυτή βλέπει την παιδεία σαν το κύριο όργανο που θα κάνει τον κάθε δουλευτή , άνθρωπο και μαζί παραγωγό . Αυτό δεν το κατόρθωσε η παλαιά παιδεία γιατί το απόφευγε το Κράτος . Η γνήσια όμως δημοκρατία , το βάζει για βάση της οργανωμένης ζωής της , γιατί ξέρει , ότι έτσι μόνο θα εξυψώσει τον δουλευτή λαό και  θα σώσει τον πολιτισμό . 



Το μυαλό μου συνεχίζει να χορεύει τρελά , νομίζω είναι ένας πυρρίχιος χορός , ζωηρός , ταχύτατος , με τις λύρες σε ένα απίθανο κρεσέντο να μου τρυπάνε το κεφάλι , σαν τις τρύπες που άνοιγε στο μυαλό και στην καρδιά μου , αυτό που διάβαζα λίγες ώρες νωρίτερα ...

Θεσσαλονίκη: Τουλάχιστον 500 παιδιά, που φοιτούν κυρίως σε δημοτικά σχολεία της Θεσσαλονίκης, υποσιτίζονται. Το δραματικά αυτά στοιχεία προκύπτουν από τις υπηρεσίες του Δήμου Θεσσαλονίκης, που τις τελευταίες ημέρες, στο πλαίσιο της προσπάθειάς του να μη στερείται πρωινό κανένας μαθητής, συνεργάζεται με τις διευθύνσεις εκπαίδευσης για την καταγραφή του φαινομένου του υποσιτισμού μαθητών. Γίνεται έτσι φανερό ότι υπάρχουν χιλιάδες οικογένειες ανά την Ελλάδα που δεν έχουν πλέον ούτε τα προς το ζην...

Δεν ξέρω , αν αυτό το σημείωμα θα έπρεπε να καταλήξει κάπου . Νομίζω όμως , πως θ άξιζε όλα αυτά που σημειώνονται παραπάνω , όχι γιατί θα ήθελα να επιβεβαιώσω την ηλεκτρονική μου οντότητα ή την ανθρώπινη μου υπόσταση , αλλά επειδή δεν φτάνει να λαϊκίζουμε , κραυγάζοντες , για την Παιδεία και την Ελληνομάθεια , ωρυόμενοι  , για τους αιώνιους φοιτητές , για τους "άτεχνους" του Πολυτεχνείου , για τους "μη έχοντες πρόταση" συγκεντρωμένους στις Πλατείες , να διαβαστούν από αυτούς , που ενώ για χρόνια , κατηγορούσαν  την Αριστερά , για κομματισμό και σπέκουλα , οι ίδιοι , με την ψήφο τους ανά τις μεταδικτακτορικές εκλογές , έφερναν στην εξουσία , πότε την Δεξιά και πότε την καλυμμένη με τον μανδύα της προοδου και του σοσιαλισμού , δήθεν αριστερά του ΠΑΣΟΚ. 

σ.σ.: Βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα την ανάρτηση blog ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΦΑΚΕΛΟΣ με θέμα Η παιδεία από το 1938 έως το 1960 . 
Επίσης , το πλήρες κείμενο της συνέντευξης της Ρόζας Ιμβριώτη , βρήκα στο blog http://erodotos.wordpress.com/2012/01/21/imbrioti-laiki-paideia/ κιαπό το οποίο θα προτιμούσα μια πληρέστερη γραφή , τουλάχιστον σε ότι αφορά το σπουδαίο όσο κι επίκαιρο εν πολλοίς άρθρο της Ρόζας Ιμβριώτη . 
Τέλος , θέλω να ευχαριστήσω την σ. Χρύσα , που ήταν δική της ιδέα , να επισκεφτώ το "πέτρινό" της σχολείο , για όσο χρειάστηκε εκείνη να επισκεφτεί τον "απέναντι" χώρο . 

Τρίτη

Οι "έγκριτοι" που είναι και"έμμισθοι" και οι "άλλοι" !


Δεν θέλω τίποτα να σημειώσω σήμερα στο μπλοκάκι μου , παρά μονάχα την αποστροφή μου , σ' αυτούς που κάποιοι ονομάζουν "έγκριτους" , γιατί απλά προσφέρουν έμμισθα , τις υπηρεσίες τους σε εξίσου "έγκριτες" εφημερίδες . 
Δύο διαφορετικές αναγνώσεις , του ίδιου έργου του Κ.Π. Καβάφη , Εν μεγάλη ελληνική αποικία, 200 π.Χ. Δεν έχει σημασία νομίζω , με πόση χρονική διαφορά , γράφτηκαν τα δύο κείμενα που ακολουθούν , αλλά ο τρόπος με τον οποίο , χρησιμοποιούν οι γράφοντες , τους στίχους του Κ.Π.Κ. , η αφετηρία , η κατάληξη κι εν τέλει , η διαστρέβλωση . Βέβαια , μεγάλο ρόλο για την ανάγνωση και την πρόσληψη του νοήματος , αλλά και την χρήση του , έχει να κάνει με την οπτική του κάθε σχολιαστή , με την στάση του απέναντι στα κοινωνικά προβλήματα , αλλά και στην γενικότερη πολιτική του θεώρηση .
___________________________________________________________

Η επιμονή των δανειστών μας για σχηματισμό κυβέρνησης ευρύτερης δυνατής συνεργασίας και στήριξης είναι βέβαιο ότι αποσκοπούσε στην κάλυψη της αποδυναμωμένης από τα κάτω κοινωνικής συναίνεσης με μια από τα πάνω πολιτική συναίνεση.
Εκείνο όμως που από μια πρώτη ματιά φάνταζε ανεξήγητο ήταν η απαίτηση γραπτής δέσμευσης των αρχηγών των κομμάτων, που συμμετέχουν στην κυβέρνηση, ότι θα τηρήσουν τις συμφωνίες που έχουν συναφθεί.
Γι' αυτή την απαίτηση, η μόνη λογική ερμηνεία που θα μπορούσε να δοθεί -με δεδομένο ότι μια τέτοια δέσμευση δεν ενέχει καμιά απολύτως νομική συνέπεια, ούτε βεβαίως επηρεάζει στο ελάχιστο τις αγορές- είναι ότι αυτή αποσκοπούσε αποκλειστικά στο να σηματοδοτήσει το γεγονός ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν θα είναι πια παρά εντολοδόχος των δανειστών, στους οποίους και πρέπει αποκλειστικά να αναφέρεται.
Με άλλα λόγια, το μήνυμα αυτής της απαίτησης ήταν: Ξεχάστε τα περί τυπικής έστω λαϊκής κυριαρχίας και αναφοράς σας στον ελληνικό λαό, ξεχάστε τη σχετική σας αυτοτέλεια ως πολιτικών απέναντι στα οικονομικά συμφέροντα τα οποία εξυπηρετείτε και υποταχθείτε άνευ όρων σε αυτά.
Πρόκειται για βήμα προς τα πίσω ακόμη και από την περίοδο του ανερχόμενου καπιταλισμού στη Δύση, όπου η αριστοκρατία, αν και οικονομικά κυρίαρχη τάξη, περιφρονούσε τα καθήκοντα της γραφειοκρατίας και τα ανέθετε στην αναπτυσσόμενη αστική τάξη.
Πρόκειται για βήμα προς μια κατάσταση ανάλογη της τσαρικής Ρωσίας, στην οποία όπως παρατηρεί ο Γκράμσι υπήρχε ταύτιση του κράτους και της κοινωνίας των πολιτών, και πιο ειδικά της κυρίαρχης οικονομικά αριστοκρατίας με το κυβερνητικό προσωπικό, μια και οι τίτλοι ευγενείας αντιστοιχούσαν με τίτλους στον γραφειοκρατικό κρατικό μηχανισμό.
Το παραπάνω σκεπτικό νομίζω ότι επιβεβαιώνεται με τον καλύτερο τρόπο με το διορισμό λίγες μέρες αργότερα, από τη Μέρκελ, του Χανς Γιόαχιμ Φούχτελ ως «υφυπουργού Ελλάδας», που θα παρακολουθεί την προώθηση των χρηματοδοτούμενων από την Ε.Ε. προγραμμάτων, και από το διορισμό σε διάφορα επίπεδα επιτρόπων της τρόικας.
Η στάση αυτή των δανειστών μας οδηγεί αβίαστα στο συμπέρασμα ότι είμαστε πια μια σύγχρονη Σατραπεία του Πολυεθνικού Κεφαλαίου και μάλιστα μια Σατραπεία στην οποία εφαρμόζονται μορφές υποταγής χειρότερες ακόμη και από εκείνες που επέβαλε ο Μέγας Αλέξανδρος, ο οποίος σε πολλές από τις Σατραπείες τις οποίες και διατήρησε, άφησε τους ίδιους ντόπιους Σατράπες και δεν όρισε δικούς του όπως συνέβη εδώ με τον Παπαδήμο και τον Φούχτελ.
Στην κάθε περίπτωση είναι βέβαιο ότι οι κατακτητές μας δεν αρκούνται στην αποστολή ελεγκτών, «οφθαλμών του βασιλέως», όπως συνέβαινε στις Σ 
ατραπείες επί Δαρείου, αλλά επιδιώκουν να επιβάλουν την πλήρη κατάλυση της όποιας εθνικής κυριαρχίας της Ελλάδας.
Αυτό σημαίνει ότι και αυτή, όπως άλλωστε και οι αστικοδημοκρατικές κατακτήσεις, πρέπει να αντιμετωπιστούν από τη ριζοσπαστική αριστερά όχι βεβαίως ως αυτοσκοπός, όπως πράττουν άλλες δυνάμεις που παραμένουν εντός των καπιταλιστικών τειχών, αλλά ως οχυρά σ' έναν πόλεμο θέσεων που στοχεύει στην κοινωνική επανάσταση και την υπέρβαση της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων.
Θυμίζω ότι με αυτήν τη συλλογιστική αντιμετώπιζε ο Πλάτωνας τη Δημοκρατία, θεωρώντας ότι, σε σχέση με όλα τα άλλα παρεκβατικά πολιτεύματα, αποτελεί την πλέον πρόσφορη βάση για να οδηγηθούμε στην Ιδανική του Πολιτεία.
Γιατί, όπως μας προτρέπει ο Καβάφης μέσα από το εντυπωσιακά επίκαιρο ποίημά του, το οποίο παραθέτω ολόκληρο, για να το απολαύσουν όσοι δεν το γνωρίζουν, το θέμα είναι να τραβούμε μπρος, και όχι να μένουμε στάσιμοι ή, ακόμα χειρότερα, να πηγαίνουμε προς τα πίσω.
Εν μεγάλη Ελληνική αποικία 200 π.Χ [i]
Οτι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ' ευχήν στην Αποικία / δεν μέν' η ελαχίστη αμφιβολία, / και μ' όλο που οπωσούν τραβούμ' εμπρός, / ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός / να φέρουμε Πολιτικό Αναμορφωτή.
Ομως το πρόσκομμα κ' η δυσκολία / είναι που κάμνουνε μια ιστορία / μεγάλη κάθε πράγμα οι Αναμορφωταί / αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ / δεν τους χρειάζονταν κανείς.) Για κάθε τι, / για το παραμικρό ρωτούνε κ' εξετάζουν, / κ' ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν, / με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.
Εχουνε και μια κλίσι στες θυσίες. / Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη· / η κατοχή σας είν' επισφαλής: / η τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Αποικίες.
Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή, / κι από την άλληνα την συναφή, / κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική· / είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τι να γίνει; / σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.
Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε, / βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε· / πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.
Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία, / κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς, / απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία, / να δούμε τι απομένει πια, μετά / τόση δεινότητα χειρουργική.-
Ισως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
Να μη βιαζόμεθα· είν' επικίνδυνον πράγμα η βία. / Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια. / Εχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Αποικία. / Ομως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια; / Και τέλος πάντων, να, τραβούμ' εμπρός.
Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΡΟΥΣΗ Καθηγητή του Παντείου Πανεπιστημίου  
στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ την Κυριακή 18 Δεκέμβρη 2011
_____________________________________________________________________________________________________________

Επίκαιρο το ποίημα του Κωνσταντίνου Καβάφη (από τα λιγότερο γνωστά του), διότι ουκ ολίγοι σήμερα γύρω μας βαυκαλίζονται με την ελπίδα ότι δεν χρειαζόμαστε αναμόρφωση και ότι «οπωσούν τραβούμε’ εμπρός» - και, φυσικά, ούτε που υποψιάζονται οι δυστυχείς ότι μας κυβερνούν ηγεμόνες εκ Δυτικής Λιβύης...
Ευθανασία
Παραδέχομαι ότι αδίκησα τον Νίκο Σηφουνάκη. Δεν ήταν η αμάθεια που τον έκανε να εκστομίσει τις προάλλες εκείνο το υπέροχο «ο ριψασπίς». (Παρεμπιπτόντως, αναγνώστης της στήλης σημειώνει: «Και πού να δείτε πώς θα το γράφει!»...) Μετά τη χθεσινή αγόρευσή του στη Βουλή τείνω να πιστέψω ότι σκοπίμως κακοποιεί τη γλώσσα. Συγκεκριμένα, τον άκουσα να λέει το εξής: «... αλλά τις μεθόδους που χρησιμοποιούν», στο σημείο αυτό κάνει στιγμιαία παύση και προσθέτει: «ή, μάλλον, τις μέθοδες» (sic). Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ενώ τη μια στιγμή του ξεφεύγει από το στόμα το σωστό, την επόμενη το διορθώνει με το λάθος. Είναι πρόδηλο, επομένως, ότι ο Νίκος Σηφουνάκης εφαρμόζει πρόγραμμα για την ευθανασία της ελληνικής γλώσσας. (Μα πώς έμαθε ελληνικά αυτός ο άνθρωπος, μελετώντας «Ριζοσπάστη» της κατοχικής περιόδου;)
Οι εκτός Κυβερνητικής
Πολύς λόγος γίνεται για το γεγονός ότι οι υπουργοί Εξωτερικών και Εθνικής Αμύνης, Σταύρος Λαμπρινίδης και Παναγιώτης Μπεγλίτης, δεν μετέχουν στην Κυβερνητική Επιτροπή. Δυσκολεύομαι να κατανοήσω την κατάπληξη όσων εντυπωσιάζονται από το γεγονός. Γιατί -ας μην κοροϊδευόμαστε, επιτέλους- μια χώρα στη δική μας κατάσταση ούτε εξωτερική πολιτική μπορεί να έχει ούτε αμυντική. Η συνετή διαχείριση των εν λόγω τομέων είναι το περισσότερο στο οποίο μπορεί να ελπίζει κανείς? και ως προς τούτο οι δύο υπουργοί είναι επαρκέστατοι...
Χειροκροτητές
Πληροφορούμαι ότι ο βουλευτής της Ν. Δ. Κώστας Τζαβάρας ή Jabbaρας (έτσι τον αποκαλούν ορισμένοι βουλευτές λόγω της εντυπωσιακής ομοιότητάς του με τον Jabba the Hutt από τον κινηματογραφικό «Πόλεμο των Αστρων» του Τζορτζ Λούκας) έχει αναλάβει αυτοβούλως ρόλο ελεγκτού των χειροκροτητών της κοινοβουλευτικής ομάδας της Ν. Δ. Δηλαδή, ότι ο «χ» βουλευτής χειροκρότησε τον «ψ» βουλευτή περισσότερο από τον «ω» βουλευτή, μολονότι οι θέσεις του «ψ» είναι αιρετικές εν σχέσει με τον «ω» που εκφράζει την κομματική νομιμότητα κ. ο. κ. Τα δε αποτελέσματα των παρατηρήσεών του τα αναφέρει στα ηγετικά κλιμάκια. Κατά πληροφορίες, έχει μάλιστα προμηθευθεί φορητό μετρητή ηχορύπανσης, ώστε να τεκμηριώνει και επιστημονικά τις διαπιστώσεις του...
Το μοιραίο γραφείο
Τελικά, αυτό το πολυπόθητο υπουργικό γραφείο με την ωραία θέα στο λιμάνι του Πειραιά αποδεικνύεται κάτι ανάλογο της Βρισηίδος, της σκλάβας που απέσπασε ο Αγαμέμνων από τον Αχιλλέα, προκαλώντας έτσι την περίφημη μήνιν του. Στην αρχή τσακώνονταν για την κατοχή του ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης με τη θεία Λούκα, έπειτα ο Γιάννης Διαμαντίδης με τον Χρήστο Παπουτσή, τώρα ερίζουν γι’ αυτό το τρόπαιο της εξουσίας ο σοφός Παμπούκιος (ο της Ναυτιλίας Παμπούκιος ή καπετάν Παμπούκιος!) με τον Χρ. Παπουτσή. Ας ελπίσουμε να τα βρουν προτού μας αφήσει χρόνους η κυβέρνηση...
Πράσινο τσάι
Μικρή λεπτομέρεια από τη συνεδρίαση της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΠΑΣΟΚ την περασμένη εβδομάδα. Ο κύριος με την πορτοκαλί γραβάτα, που εμφανιζόταν κατά διαστήματα και έφερνε πράσινο τσάι στον Γεώργιο Β΄, ήταν ο σεφ του Μαξίμου αυτοπροσώπως! Ελπίζω να εκτελεί και χρέη δοκιμαστού, διότι ο Βασιλεύς είναι πολύτιμος και οι εχθροί του ανάδελφου έθνους μας αμέτρητοι...
Ο μεγάλος χαμένος
Σφίξτε την καρδιά όσοι πιστεύετε στο κλέος των Παπανδρέου, γιατί αυτό που θα διαβάσετε πονάει. Λοιπόν, ο μεγάλος χαμένος του ανασχηματισμού ήταν ο Πρίγκηψ Νικόλαος των Παπανδρέου - Μινέικο. Διά μιας έχασε από την κυβέρνηση τρείς αφοσιωμένους φίλους και θαυμαστές του: τη θεία Λούκα, την Τίνα from outer space και τον Γιάννη Πανάρετο. Ευτυχώς του απέμεινε ένας ακόμη και δεν θα νιώθει μοναξιά στα δώματα της εξουσίας...

Tου Στεφανου Κασιματη 

στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ την Τρίτη 21 Ιούνη 2011

Σάββατο

μεγαλοσύνη ... υπερφίαλοι ...

Πάνε πάρα πολλά χρόνια , που μάλλον αδιάφορα είχα διαβάσει τον "Κολοσσό  του Μαρουσιού" του Henry Miller . Το είχα σχεδόν ξεχάσει , όταν μου πέρασε στα χέρια το "Χρονικό Φιλίας" , που δεν είναι τίποτα άλλο από τις επιστολές που αντάλλαξαν ο Henry Miller με τον Νίκο Χατζηκυριάκο - Γκίκα . Αδιάφορα , όχι γιατί σαν αφήγημα  ήταν αυτό που έφταιγε , αλλά γιατί η περίοδος που διαβάστηκε , συνοδεύτηκε ή καλλίτερα σημαδεύτηκε , από περιστατικά τέτοια , που έρχονται κάποιες στιγμές και  λες , "αυτό , με σημάδεψε ".
Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και σήμερα , με την ανάγνωση της αλληλογραφίας τους . Διαβάστηκαν και το μυαλό το γέμισαν σκέψεις , πολλές , που είχαν να κάνουν με την "μεγαλοσύνη"  (;) ανθρώπων που δούλεψαν για την τέχνη , που η προσφορά τους παρέμεινε στο πέρασμα του χρόνου και ανθρώπων (!) , που το πέρασμα τους από τον κόσμο , σημαδεύετε ή  θα σημαδευτεί , από το τίποτα , από ένα απέραντο κενό , από την ματαιοδοξία τους αλλά κυρίως από τους  υπερφίαλους βαθυστόχαστους συλλογισμούς τους  .
Σκέφτομαι , πως είναι και η εποχή τέτοια , που ζούμε και που ευνοεί την ανάπτυξη αυτού του είδους των "προσωπικοτήτων" . Η κρίση (αλλά ας μην τα ρίχνουμε όλα σ' αυτήν ) ; η απαξίωση των αξιών όπως τις γνωρίσαμε ; τι φταίει ; 
Απάντηση δεν θα υπάρξει σ' αυτό το σημείωμα , δεν θα μπορούσε άλλως τε . Αν το επιχειρούσα , μοιραία , θα τοποθετούσα τον εαυτό μου στην κατηγορία αυτών των ανθρώπων και μάλλον δεν ανήκω σ' αυτήν .


Ο Νίκος Χατζηκυριάκος - Γκίκας , προερχόταν από αστική οικογένεια και μεγάλωσε σε αστικό περιβάλλον . Πολλές λεπτομέρειες για το έργο του δεν γνωρίζω , ούτε καν βιογραφικά στοιχεία , ωστόσο , αυτό που μου έκανε εντύπωση και που αποτυπώνετε στην αλληλογραφία του με τον Henry Miller , είναι το γεγονός , πως στις μεγάλες στιγμές της εποχής του , ήταν , στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων , "έβαλε" στην άκρη , τις καταβολές του και ανάδειξε το πνεύμα του . Βέβαια , για το συγκεκριμένο απόσπασμα που θα αναδημοσιεύσω , θα έλεγα πως άμεση σχέση έχει και το που απευθύνθηκε και ο Henry Miller , δεν ήταν κάποιος τυχαίος .

                                                                                                                      Αθήνα ,
                                                                                                       29 Μαρτίου 1941
Αγαπητέ μου φίλε , 
    Ελαβα τις κάρτες και το γράμμα σας και χαρήκαμε πολύ που είχαμε νέα σας . Για το αν δεν σας έγραψα μέχρι σήμερα ένας είναι μονάχα ο λόγος τον οποίο μπορώ να επικαλεστώ : το ότι μιλάμε τόσο συχνά για σας , ώστε στην πραγματικότητα είναι σαν να μην φύγατε ποτέ . Τις προάλλες λέγαμε με τον Σεφέρη ότι είστε πηγή Ζωής , κάτι που , πιστεύω , δεν μπορεί κανείς να το πει για πολλούς ανθρώπους . Για τους Έλληνες , που τους γνωρίσατε και που σας αγάπησαν , έχετε ήδη περάσει , και μάλιστα τόσο σύντομα , στη σφαίρα του μύθου - ένα είδος προκαταβολικής αθανασίας ...
και συνεχίζει 
Ο Γιώργος δίνει την εικόνα αληθινού κολοσσού , με τη στολή του υπολοχαγού , με τις μεγάλες του μπότες και το μακρύ του παλτό . Πιστεύω ότι είναι πλέον ή ευτυχής με την τροπή των πραγμάτων , που ταιριάζει τόσο στο χαρακτήρα του . Όσο για μένα , ντύθηκα απλός στρατιώτης χωρίς καμιά σαρδέλα . Το να ζεις όμως σε επαφή με τους απλούς μικρούς στρατιώτες της Ελλάδας είναι τόσο μεγάλη χαρά , το πλούτισμα τόσο απέραντο και τόσο βαθύ , ώστε μπορεί κανείς να εγκαταλείψει τη ζωγραφική για λίγο καιρό χωρίς στενοχώρια .

Νομίζω έχει αξία να σημειώσω , πως η επιστολή αυτή γράφτηκε λίγο πριν την κατάρρευση του ελληνο/γερμανικού μετώπου και ακόμα πιο λίγο πριν ο ίδιος εκλεγεί καθηγητής  στην αρχιτεκτονική σχολή του ΕΜΠ .

Την ίδια περίοδο , ένας άλλος γνήσια λαϊκός καλλιτέχνης , επηρεασμένος από τα βιώματά του , αλλά και από τα ακούσματα της εποχής , συνεργαζόμενος με έναν άλλον επίσης μεγάλο λαϊκό καλλιτέχνη , έγραψε κι έπαιξε στις χορδές του μπουζουκιού του αυτό ..

   

Δεν είναι άλλο από το σπουδαίο "Σόλο minore του Τσιτσάνη" , μια εξαιρετική σε σύλληψη σύνθεση , από έναν λαϊκό καλλιτέχνη , που ίσως να υπήρξε συμπολεμιστής του Νίκου Χατζηκυριάκου - Γκίκα και ίσως σε κάποια ανάπαυλα μιας  πορείας , μιας μάχης , να σιγοτραγούδησαν κάποιο τραγούδι του . Στην συγκεκριμένη ηχογράφηση , τον Βασίλη Τσιτσάνη , συνοδεύει με την κιθάρα του ο άλλος μεγάλος καλλιτέχνης Μανώλης Χιώτης . 
Νίκος Χατζηκυριάκος - Γκίκας , Βασίλης Τσιτσάνης και Μανώλης Χιώτης . 
Πέρασαν και οι τρεις τους στο πάνθεον των καλλιτεχνών , που άφησαν τα ίχνη τους στον τόπο αυτό .


Κυριακή

"Οι αρχόντοι κ’οι βασιλήαδες τι αμαρτίες να ‘χουνε ; " Φώτης Κόντογλου .


 Για τον Φώτη Κόντογλου , δεν είχα ακούσει ποτέ τίποτε , μέχρι που μου μίλησε γι’ αυτόν ο αγαπημένος Φίλος Β.Φ. , που νωρίτερα είχε μυηθεί στην τέχνη της αγιογραφίας και με «οδηγό» τον Φώτη Κόντογλου , είχε καταφέρει να κάνει τα δικά του βήματα , πέρα από τα όρια της αγιογραφίας , όπως την γνωρίζουμε εμείς , με πολύ μεγάλη επιτυχία .
Χρόνια πολλά μετά , μια ιδιοτροπία μου , έφερε στα χέρια μου ένα μικρό βιβλιαράκι του . Έχουν περάσει από τότε επτά χρόνια . Το θεωρούσα χαμένο ή για να είμαι ακριβής , πίστευα πως το είχα χαρίσει σε κάποιον φίλο , συνήθεια πολύ αγαπημένη , μα η τελευταία μου μετακόμιση , το έφερε πάλι κοντά μου .
‘Ένα σύντομο ξεφύλλισμα  , μου θύμισε πολλά .   Από την με μολύβι , σημειωμένη τιμή (3,01 ευρώ !) , μέχρι τους σημειωμένους στίχους στο οπισθόφυλλο από ένα αγαπημένο δημοτικό τραγούδι . Μα στάθηκα σ’ αυτό το σύντομο του αφήγημα , που με είχε συγκινήσει πολύ όταν το πρωτοδιάβασα και που για κάποιους λόγους σήμερα το θεωρώ απόλυτα επίκαιρο .
Η σεμνότητα , μια αρετή που λοιδορήθηκε τόσο πολύ στις μέρες μας και στο τέλος χάθηκε , ξεχείλιζε από τον Φ.Κ. κι αυτό είναι ευδιάκριτο και στα γραπτά του . Διατηρώ τις ενστάσεις μου στα ζητήματα που έχουν να κάνουν με την θρησκευτική πίστη , μα δεν μπορώ να μην αναγνωρίσω στον Φ.Κ. , την μεγαλοσύνη του γνήσια πνευματικού , που δυστυχώς λείπει στις μέρες μας , ενώ αντίθετα , περισσεύει το «δήθεν» , ο εγωισμός , το life style , η αυτοπροβολή φαιδρών και μη δραστηριοτήτων , η εκ του «τήλοθι» και εκ του ασφαλούς κριτική επί παντός επιστητού και τόσα άλλα .



______________________________________________________


Γιάννης ο Βλογημένος
Ο άγιος Βασίλης , σαν περάσανε τα Χριστούγεννα , πήρε το ραβδί του και γύριζε σ’ όλα τα χωριά , να δει ποιος θα τον γιορτάσει με καθαρή καρδιά . Πέρασε από λογιών-λογιών πολιτείες κι από κεφαλοχώρια , μα σ’ όποια πόρτα κι αν χτύπησε δεν τα’ ανοίξανε , επειδή τον πήρανε για διακονιάρη*. Κ’ έφευγε πικραμένος , γιατι ο ίδιος δεν είχε ανάγκη από τους ανθρώπους , μα ένοιωθε το πόσο θα πονούσε η καρδιά κανενός φτωχού από την απονιά που του δείξανε κείνοι οι άνθρωποι.
Μια μέρα έφευγε από ένα τέτοιο άσπλαχνο χωριό και πέρασε από το νεκροταφείο, κ’ είδε τα κιβούρια* πως είτανε ρημαγμένα , οι ταφόπετρες σπασμένες κι αναποδογυρισμένες , και τα νιόσκαφτα μνήματα είτανε σκαλισμένα από τα τσακάλια . Σαν άγιος που είτανε  άκουσε πως  μιλούσανε  οι πεθαμένοι  και  λέγανε : ‘’ Τον καιρό που είμαστε στον απάνω κόσμο , δουλέψαμε , βασανιστήκαμε , κι αφήσαμε πίσω μας παιδιά κ’ εγγόνια να μας ανάβουνε κανένα κερί , να μας καίγουνε λίγο λιβάνι , μα δεν βλέπουμε τίποτα , μήτε παπά στο κεφάλι μας να μας διαβάσει παραστάσιμο* , μήτε κόλυβα , παρά σαν να μηναφήσαμε πίσω μας κανέναν’’. Κι ο άγιος Βασίλης πάλι στεναχωρήθηκε κ’ είπε :’’Τούτοι οι χωριάτες ούτε σε ζωντανό δεν δίνουνε βοήθεια , ούτε σε πεθαμένον ‘’, και βγήκε από το νεκροταφείο , και περπατούσε ολομόναχος μέσα στα παγωμένα χιόνια .
Παραμονή της πρωτοχρονιάς έφταξε σε κάτι χωριά που είτανε τα πιο φτωχά ανάμεσα στα φτωχοχώρια , στα μέρη της Ελλάδας . Ο παγωμένος αγέρας βογκούσε ανάμεσα στα χαμόδεντρα και στα βράχια , ψυχή ζωντανή δεν φαινότανε , νύχτα πίσσα! Είδε μπροστά του μια ραχούλα , κι από κάτω της είτανε μια στρούγκα* τρυπωμένη . Ο άγιος Βασίλης μπήκε στη στάνη και χτύπησε με το ραβδί του την πόρτα της καλύβας και φώναξε :’’ Ελεήστε με , τον φτωχό , για την ψυχή των αποθαμένων σας κι ο Χριστός μας διακόνεψε σε τούτον τον κόσμο!’’. Τα σκυλιά ξυπνήσανε και χυθήκανε απάνω του , μα σαν πήγανε κοντά του και τον μυριστήκανε , πιάσανε και κουνούσανε τις ουρές τους , και πλαγιάζανε στα ποδάρια του και γρούζανε* παρακαλεστικά και χαρούμενα . Απάνω σ’ αυτά , άνοιξε η πόρτα και βγήκε ένας τσοπάνης , ως εικοσιπέντε χρονών παλληκάρι , με μαύρα στριφτά γένια , ο Γιάννης ο Μπαρμπάκος ,  άνθρωπος αθώος κι απελέκητος , προβατάνθρωπος , και πριν καλοιδεί ποιος χτύπησε , είπε :’’ Έλα , έλα μέσα . Καλή χρονιά!’’. Μέσα στο καλύβι έφεγγε ένα λυχνάρι , κρεμασμένο από πάνω από μια κούνια , που είτανε δεμένη σε δυό παλούκια . Δίπλα στο τζάκι είτανε τα στρωσίδια τους και κοιμότανε η γυναίκα του Γιάννη . Αυτός , σαν εμπήκε μέσα ο άγιος Βασίλης , κ’ είδε πως είτανε γέρος σεβάσμιος , πήρε το χέρι του και τα’ ανεσπάσθηκε* κ’ είπε : ‘’ Νάχω την ευχή σου , γέροντα’’, και το ‘λεγε σαν να τον γνώριζε από πρωτύτερα , σα να ‘τανε πατέρας του . Και εκείνος του είπε : ‘’ Βλογημένος να ‘ σαι , εσύ κι όλο το σπιτικό σου , και τα πρόβατά σου , η ειρήνη του Θεού να ‘ναι απάνω σας!’’. Σηκώθηκε κ’ η γυναίκα και πήγε και προσκύνησε* και κείνη τον γέροντα και φίλησε το χέρι του και τη βλόγησε . Κι ο άγιος Βασίλης είτανε σαν καλόγερος ζητιάνος , με μια σκούφια παλιά στο κεφάλι του , και τα ράσα του είτανε τριμμένα και μπαλωμένα και τα τσαρούχια του τρύπια , κ’ είχε και ένα παλιοτάγαρο αδειανό . Ο Για΄νηης ο Βλογημένος έβαλε ξύλα στο τζάκι . Και παρευθύς , φεγγοβόλησε το καλύβι και φάνηκε σαν παλάτι . και φανήκανε τα δοκάρια , σα να ‘τανε μαλαμοκαπνισμένα* , κ’ οι πητιές που είτανε κρεμασμένες φανήκανε σαν καντήλια , κ’ οι καρδάρες και τα τυροβόλια* και τα’ άλλα σύνεργα που τυροκομούσε ο Γιάννης , γινήκανε σαν ασημένια και σαν πλουμισμένα με διαμαντόπετρες φανήκανε . Και τα’ άλλα , τα φτωχά τα πράγματα που ‘χε μέσα στο καλύβι του ο Γιάννης ο Βλογημένος . Και τα ξύλα που καιγόντανε στο τζάκι τρίζανε και λαλούσανε σαν τα πουλιά που λαλούνε στον παράδεισο , και βγάζανε κάποια ευωδία πάντερπνη .
Τον άγιο Βασίλη τον βάλανε κ’ έκατσε κοντά στη φωτιά κ’ η γυναίκα του ‘θεσε μαξιλάρια ν’ ακουμπήσει . Κι ο γέροντας ξεπέρασε το ταγάρι του από το λαιμό του και το ‘βαλε κοντά του , κ’ έβγαλε και το παλιοράσό του κι απόμεινε με το ζωστικό του . Κι ο Γιάννης ο Βλογημένος πήγε κι άρμεξε τα πρόβατα μαζί με τον παραγυιό του , κ’ έβγαλε μέσα στην κοφινίδα* τα νιογέννητα τα’ αρνιά , κ’ ύστερα χώρισε τις ετοιμόγεννες προβατίνες και τις κράτησε στο μαντρί , κι ο παραγυιός τα ‘ βγαλε τα’ άλλα στη βοσκή . Λιγοστά είτανε τα ζωντανά του , φτωχός είτανε ο Γιάννης , μα είτανε Βλογημένος . Κ’ είχε μια χαρά μεγάλη , σε κάθε ώρα , μέρα και νύχτα , γιατί είτανε καλός άνθρωπος κ’ είχε και καλή γυναίκα , κι όποιος λάχαινε να περάσει από την καλύβα τους , σαν να ‘τανε αδελφός τους , τον περιποιόντανε . Για τούτο κι ο άγιος Βασίλης κόνεψε*  στο σπίτι τους , και κάθησε μέσα , σα να ‘τανε δικό του σπίτι και βλόγησε τα θεμέλια του . Κείνη τη νύχτα τον περιμένανε όλες οι πολιτείες και τα χωριά της Οικουμένης , οι αρχόντοι , οι δεσποτάδες κ’ οι επίσημοι άνθρωποι , μα εκείνος δεν πήγε σε κανέναν , παρά πήγε και κόνεψε στο καλύβι του Γιάννη του Βλογημένου .
Το λοιπόν , σαν σκαρίσανε* τα πρόβατα , μπήκε μέσα ο Γιάννης και λέγει στον άγιο: ‘’Γέροντα έχω χαρά μεγάλη . Θέλω να μας διαβάσεις τα γράμματα τα’ Αη-Βασίλη . Εγώ είμαι άνθρωπος αγράμματος , μα αγαπώ τα γράμματα της θρησκείας μας . Έχω και μια φυλλάδα από έναν γούμενο αγιονορίτη , κι όποτε τύχει να περάσει κανένας γραμματιζούμενος , τον βάζω και μου διαβάζει από μέσα τη φυλλάδα , γιατί δεν έχουμε κοντά μας εκκλησία ‘’.
Έπιασε και θαμπόφεγγε κατά το μέρος της ανατολής . Ο άγιος Βασίλης σηκώθηκε και στάθηκε κατά την ανατολή κ’ έκανε το σταυρό του , ύστερα έσκυψε και πήρε μια φυλλάδα από το ταγάρι του , κ’ είπε : ‘’ Ευλογητός ο θεός ημών πάντοτε , νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων’’. Κι ο Γιάννης ο Βλογημένος πήγε και στάθηκε από πίσω του , κ’ η γυναίκα βύζαξε το μωρό και πήγε κείνη και στάθηκε κοντά του , με σταυρωμένα χέρια . Κι ο άγιος Βασίλης είπε το ‘’θεός Κύριος’’ και τα’ απολυτίκιο της περιτομής ‘’Μορφήν αναλλοιώτως ανθρωπίνην προσέλαβες ‘’ , δίχως να πει και το δικό του απολυτίκιο που λέγει ‘’ Εις πάσαν την γην εξήλθε ο φθόγγος σου’’. Η φωνή του είτανε γλυκιά και ταπεινή , κι ο Γιάννης κ’ η γυναίκα του νοιώθανε μεγάλη κατάνυξη , κι ας μην καταλαβαίνανε τα γράμματα . Κ’ είπε ο άγιος Βασίλης τον Όρθρο και τον Κανόνα της Εορτής : ‘’ Δεύτε λαοί άσωμεν ‘ασμα Χριστώ τω θεώ’’ , χωρίς να πει τον δικό του κανόνα που λέγει ‘’ Σου την φωνήν έδει παρείναι , Βασίλειε’’. Κ’ ύστερα είπε όλη την λειτουργία κ’ έκανε απόλυση και τους βλόγησε . Και σαν καθήσανε στο τραπέζι και φάγανε κι αποφάγανε , ‘εφερε η γυναίκα τη βασιλόπητα και την έβαλε απάνω στο σοφρά . Κι ο άγιος Βασίλης πήρε το μαχαίρι και σταύρωσε τη βασιλόπητα , κ’ είπε :’’ Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος ’’ κ’ έκοψε το πρώτο το κομμάτι κ’ είπε ‘’του Χριστού’’ κ’ ύστερα είπε ‘’της Παναγίας’’ , κ’ ύστερα είπε ‘’του νοικοκύρη Γιάννη του Βλογημένου’’ . Του λέει ο Γιάννης : ‘’Γέροντα ξέχασες τον αη-Βασίλη!’’. Του λέγει ο άγιος: ‘’Ναι , καλά !’’. κ’  ύστερα λέγει :’’Του δούλου του Θεού Βασιλείου’’. Κ’ ύστερα λέγει πάλι : ‘’ Του νοικοκύρη’’, ‘’της νοικοκυράς’’ , ‘’του παραγυιού’’ , ‘’των ζωντανών’’, ‘’των φτωχών’’ . Τότε λέγει στον άγιο ο Γιάννης ο βλογημένος : ‘’ Γέροντα , γιατί δεν έκοψες για την αγιωσύνη σου ;’’ Του λέγει ο άγιος : ‘’ ‘Εκοψα Βλογημένε!’’. Μα .ο Γιάννης δεν κατάλαβε τίποτα , ο μακάριος . Κ’ ύστερα , σηκώθηκε όρθιος ο άγιος Βασίλης κ’ είπε την ευχή του : ‘’Κύριε ο θεός μου , οίδα ότι ουκ ειμί άξιος , ουδέ ικανός , ίνα υπό την στέγην εισέλθης του οίκου της ψυχής μου’’. Κ’ είπε ο Γιάννης ο Βλογημένος : ‘’πες μου , γέροντα , που ξέρεις γράμματα , σε ποια παλάτια άραγες πήγε σαν απόψε ο άγιος Βασίλης ; Οι αρχόντοι κ’οι βασιλήαδες τι αμαρτίες να ‘χουνε ; Εμείς οι φτωχοί είμαστεν αμαρτωλοί , επειδής η φτώχεια μας κάνει να κολαζόμαστε ‘’. Κι ο άγιος Βασίλης δάκρυσε κ’ είπε πάλι την ευχή , αλλοιώτικα : ‘’ Κύριε , ο Θεός μου , οίδα ότι ο δούλος σου ιωάννης ο απλούς έστιν άξιος και ικανός ίνα υπό την στέγην του εισέλθης . Ότι νήπιος υπάρχει και τα μυστήρια Σου τοις νηπίοις αποκαλύπτεται.’’ Και πάλι δεν κατάλαβε τίποτα ο Γιάννης ο μακάριος , ο Γιάννης ο Βλογημένος …

_____________________________________________________________________


Σημειώσεις :